Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011
Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010
Κι όμως υπάρχεις

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010
Η γενιά μου

είμαι θυμωμένος...
μα είναι δυνατόν να είσαι τόσο άθλιος και να μη βλέπεις ότι από μικρό παιδί σε έχουν υπνωτίσει να υπηρετείς τα συμφέροντά τους, να σου πετούν ένα ψωροκόκκαλο και να είσαι ευχαριστημένος;
Μα είναι δυνατόν να έχεις γίνει τόσο άθλιος και να μην καταλαβαίνεις ότι έχουν καταφέρει να ονειρεύεσαι αμάξια μόνο και γυναίκες;
Που αποβλακώνεσαι σε μεγάλες τηλεοράσεις και από την κούραση δεν μπορείς να αντιδράσεις σε τίποτα;
Που ακόμα και στις σχολικές εκθέσεις σε ανάγκαζαν να γράψεις αυτά που άλλοι ήθελαν;
Δηλαδή τι περιμένεις από τη ζωή σου; μια αύξηση; (θα αλλάξει τη ζωή σου;) μια γκόμενα; (αυτή κι αν αλλάξει τη ζωή σου...) τι περιμένεις; που βρίσκεις κουράγιο για να συνεχίσεις μια άδικη ζωή από τα γενοφάσκια της;
Και γιατί τσατίζεσαι με άλλους που δεν επιλέγουν τα δικά σου πλαστικά όνειρα και την παλεύουν, έστω και με λάθος τρόπο;
Συγγνώμη, καταλαβαίνεις ότι υπερασπίζεσαι με την ανοχή σου ένα σύστημα που σε ποδοπατάει κάθε ημέρα;
Καταλαβαίνεις ότι σε αυτό το απρόσωπο σύστημα είσαι ένα τίποτα μηδενικής αξίας, απόλυτα αντικαταστήσιμο;
Κάνεις τα πάντα να κερδίσεις την εύνοια του αφεντικού σου, είσαι έτοιμος να τον υπερασπιστείς, επειδή έχεις μια διεστραμμένη αντίληψη της επιβίωσης....
Έγινες νοικοκύρης, και νομίζεις ότι με αυτή σου τη συμπεριφορά παθητικής ανυπαρξίας και αποχής υπερασπίζεσαι τα κεκτημένα...ποια κεκτημένα ρε καημένε; ποια κεκτημένα;
Μιλάς για τον τίμιο ιδρώτα σου, και δεν καταλαβαίνεις ότι τίμιος θα γίνει όταν θα έρθει και το αφεντικό σου από το γραφείο του να τα βγάλει πέρα με τα σκατά που αντιμετωπίζεις κάθε μέρα στη δουλειά σου....
Επιβίωση δεν είναι να γίνεσαι υπηρέτης των άλλων και να χαίρεσαι, επειδή εσύ γλείφεις ένα κόκκαλο, ενώ οι άλλοι ούτε αυτό δεν έχουν...
Είσαι φρικαρισμένος από όλες αυτές τις δήθεν προτεραιότητές σου που άλλοι σ' έχωσαν μέσα στο κεφάλι, χρεωμένος μέχρι το λαιμό για ένα κολοάμαξο 2000 κυβικών και για ένα σπίτι που θα το αποπληρώσεις στη σύνταξη και νομίζεις ότι τα έχεις καταφέρει στην άθλια ζωή σου...
Και επειδή βγαίνεις πλέον μια φορά την εβδομάδα και πίνεις σπέσιαλ ουίσκυ νομίζεις παναθεμά σε ότι είσαι και επιτυχημένος κιόλας. άθλιε, ε άθλιε.
και δεν είσαι μόνο άθλιος, είσαι και χυδαίος. η γυναίκα σου γέμισε ρυτίδες και εσύ γλυκοκοιτάς πιτσιρίκες, τις ονειρεύεσαι, θέλεις να τις κατακτήσεις...
Και μέσα σε αυτήν την αηδία που ζεις την οποία ονομάζεις «επιβίωση», δεν μπορείς να κάνεις ούτε έναν απλό υπολογισμό.
Σκέψου τη γαμημένη επιχείρηση που δουλεύεις. πόσοι δουλεύουν εκεί και πώς μοιράζονται τα κέρδη. σου αρέσει η αναλογία; εσύ αφήνεις να υπάρχει αυτή η αναλογία...
Σε ρώτησαν αν θέλεις αυτήν την αναλογία; το μόνο που σου λένε είναι ότι η διοίκηση είναι έτοιμη να κάνει περικοπές. όταν η εταιρεία είχε κέρδη τα μοιράστηκε μαζί σου ή με κανέναν άλλον; Βλάκα ε βλάκα!
Γιατί δηλαδή δεν μπορείς να καταλάβεις ότι την κρίση αυτοί την δημιούργησαν από την απληστία τους και είναι λάθος να ζητάνε να πληρώσεις εσύ τα σπασμένα;
Και αν είσαι και λιγάκι μορφωμένος και σ' έχουν βάλει στα γραφεία, τότε είναι που νιώθεις την απόλυτη χλιδή...τι τυχερός που είμαι λες. εξαργύρωσα ακριβά τις σπουδές μου και δεν είμαι σαν τους άλλους...αν σε προσκαλέσει κιολας και το αφεντικό σου ένα σαββατοκύριακο στο εξοχικό του, τότε είναι που κατουριέσαι από την χαρά σου...νομίζεις ότι έγινες σαν αυτούς...δυστυχώς δεν έγινες
Κοινωνική δικαιοσύνη και μαλακίες...
Έχουμε καταφέρει να ονομάσουμε την αποβλάκωση των πολλών κοινωνική δικαιοσύνη.
Κοινωνική δικαιοσύνη είναι να σου λένε ότι είσαι μια χαρά και μην βγάζεις κιχ, γιατί οι άλλοι είναι σε χειρότερη θέση.
Κοινωνική δικαιοσύνη είναι, όποιος δείχνει τα δόντια του στον υπηρέτη των συμφερόντων και του κεφαλαίου, το ίδιο το κράτος, να θεωρείται, ξέρεις από ποιους, εξτρεμιστής και αλήτης και άλλα μύρια όσα...
Κοινωνική δικαιοσύνη στις ημέρες μας είναι να βγάζεις το σκασμό! σου αρέσει αυτό;
Κοινωνική δικαιοσύνη εν τέλει είναι να ασχολείσαι με οτιδήποτε άλλο, με ποιήματα, με έρωτες ενδεχομένως και με φιλανθρωπία, με την περιλάλητη ευαισθησία σου, εκτός από το καίριο, την ίδια την ζωή σου και την ουσιαστική βελτίωσή της.
Γεννηθήκαμε από υπηρέτες των άλλων, γίναμε υπηρέτες των άλλων και το μόνο που ονειρευόμαστε είναι ένα απίθανο τζόκερ για να κάνουμε τους άλλους υπηρέτες δικούς μας...
Ωραίο όνειρο και με πολλές πιθανότητες ευόδωσης!
Εν τω μεταξύ, η ζωή συνεχίζει τον μέγα ύπνο της και εμείς ναρκωμένοι, περιμένουμε να έρθουν τα Χριστούγεννα, έχουμε κάψει τη ζωή μας μέσα στα κινέζικα λαμπιόνια, θέλουμε το τάδε παντελόνι και το τάδε σακάκι και σβήνουμε τις τύψεις μας με ψευτοδωράκια των 20 ευρώ στα παιδιά μας, χωρίς να μπορούμε να δικαιολογηθούμε στα μάτια τους, για ποιο λόγο συντηρήσαμε έναν κόσμο συμφερόντων των ολίγων και παρόλο που ανήκουμε στους πολλούς, αψυχολόγητα στραφήκαμε εναντίον τους.
Άτιμη, ανώφελη ζωή, σαν το σκυλί στ' αμπέλι θα πάμε, επειδή από μικρούς μάς μάθανε να χτίζουμε όνειρα και να ζούμε μόνο μέσα σε αυτά...
Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010
άβυσσος χωρίς πυθμένα

καλοκαίρι

e mail

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010
γαμώ τις ζωές όλων μας

ζήσε μαλάκα
Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010
Κι δυο μαζί, ποτέ μαζί

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010
Πουλημένα Τομάρια

Ξέρω κάτι πουλημένα τομάρια που νομίζουν ότι είναι μοναδικοί άνθρωποι.
Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010
από άλλον πλανήτη
ναι είναι αλήθεια,
δεν είμαι απ' αυτόν τον κόσμο. με πέταξαν ορφανό και μόνο να χάσκω ερωτευμένος μπροστά στο αδιανόητο, να ανοίγω ρωγμές, σημάδια θανάτου, να ουρλιάζω απόκοσμα το σπαραγμό μου. ισορροπώ τέλεια στο ξυράφι της τρέλας, κάθε βράδυ κάνω ασκήσεις λογικής, και κει που νομίζουν ότι τις κατάλαβα, με αφοπλιστική παιδαριώδη ευκολία τα τινάζω όλα στον αέρα. ζω για να δω το απίθανο να με κυριεύει. είμαι έτοιμος, πάντα έτοιμος να υπερασπιστώ το μεθυσμένο φόβο κάθε ανθρώπου, να νιώσω λίγη έξαψη για ένα αλκοολικό τίποτα, δίνω μεγάλες χαμένες μάχες γιατί η ήττα με ηδονίζει. μόνο και μόνο για ένα τιποτένιο όνειρο παίρνω αέρινο σφυρί και τσακίζω τα πάντα, βαφτίζομαι σ' ένα γαλάζιο ωκεανό, κάνω παρέα με μια αλλοπαρμένη μοναξιά που σφίγγει την υπομονή της, κάθε μέρα ακούω και μια έκρηξη στο μυαλό μου, εκεί που δουλεύω βλέπω ξωτικά και φαντάσματα να χαζολογούν απέναντί μου, ακούω κάθε στιγμή κι ένα ψέμα απ τον διπλανό μου, μερικές φορές το λέω στο εαυτό μου, μόνος μαζεύω τα ρημάδια συντρίμμια μου, κουμπώνω τον παραλογισμό μου σε ακριβά πουκάμισα, μερικές φορές βουτάω στα δάκρυα για να σβήσω ένα πολύχρωμο όνειρο, όταν με ξεχνάω, με βρίσκω να αγναντεύω στην άκρη του τίποτα τον ορίζοντα του πόνου. και όλα αυτά κάθε μέρα, κάθε μέρα τα ζω, δεν ξέρω αν τα μισώ ή αν τα θέλω, αλλά σίγουρα είναι δικά μου και δεν είμαι ο μόνος, αυτό το ξέρω, το ξέρω καλά.
ζω για μια ημέρα, ζω για μια στιγμή.
η ημέρα αυτή δε θα 'ρθει. η στιγμή δε θα με επισκεφτεί ποτέ
εγώ όμως γι αυτές ζω.
και μέχρι να πεθάνω αυτές θα περιμένω.
Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009
μουρμουρητό

ζεις κάθε στιγμή χιλιάδες όνειρα
αναλώνεσαι σε ραγισμένες σκέψεις
από μια μεγάλη εικόνα
επιλέγεις
να κλειστείς
στην πιο θολή
λεπτομέρεια
κάνεις το πρώτο βήμα
σε παίρνει μετά
η αβυσσαλέα κατηφόρα
φτάνεις
στον πάτο του μπουκαλιού
που πίνεις κάθε μέρα
και
σχεδιάζεις
πώς θα ανέβεις
αλλά όλο κάτω είσαι
εκεί γυμνός
και μόνος
και ας βλέπεις
κάθε μέρα τόσους
σφίγγεις τα δόντια
βλέπεις ότι οι ανάσες τελειώνουν
και κάθε μέρα
κάθε μέρα
λες θ' αλλάξεις
αλλά στο τέλος
η μόνη αλλαγή
είναι
αυτό που λες
ότι θ' αλλάξεις
κι αυτό συμβαίνει
μια ζωή ολόκληρη
ούτε μπρος ούτε πίσω,
μάλλον πίσω
όλο πίσω
οι ανάσες όμως τελειώνουν
είναι πλέον μετρημένες
και εσύ πρέπει
τώρα να ξεκινήσεις
αλλά καίγεσαι αυτάρεσκα
καμένο χαρτί έγινες
και δεν ξέρω
δεν ξέρω
πώς θα πάρεις
αυτήν την παρτίδα
που
από χαρτάκι έγινε
ρώσικη ρουλέτα
και
μερικές φορές φλερτάρεις
με τη σφαίρα
αλλά
όχι
θα κερδίσεις θα κερδίσεις
όλο λες
και
ξεχνάς
ότι μισείς το τζόγο
και είναι κι αυτά τα λαμπάκια
που βλέπεις γύρω σου
τώρα τα χριστούγεννα
και
ποτέ δε τα χάρηκες
γιατί
πάντα άφηνες κάτι
να λείπει
και αυτό
έγινε η μυρωδιά σου
όλο κάτι
λείπει
ρε γαμώτο
και κάθε φορά
που νιώθεις
έτσι
η καρδιά σου
χτυπάει
δυνατά
πολύ δυνατά
τραντάζει
το σώμα σου
αλλά
ποτέ δεν μπόρεσες να κάνεις
κάτι άλλο
Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009
οργή, βιαστική και πρόχειρη

Σκοτάδι, απόλυτο σκοτάδι.
Μόνο δυο σπασμένες ανάσες υπήρξαν σ' αυτόν τον κόσμο. Μετά δεν άντεξαν και αυτοκτόνησαν.
Δεν άντεξαν να δουν μαζί ούτ' ένα ηλιοβασίλεμα, δεν άντεξαν να αντικρίσουν η μια την άλλη, έφυγαν τρελές και φοβισμένες στην τέλεια προκάτ μικρή κι ανώφελη ζωούλα τους.
Φοβήθηκες -το ξέρω- μήπως χαλάσω τα μικρά τετραγωνάκια σου που με τόσο κόπο οργανώνεις 20 χρόνια τώρα. Μάλλον δε έχεις άδικο, αλήθεια είναι ότι παραλλάσσω τα σχήματα.
Που είσαι ανάσα μου, που είσαι; δε βλέπω, όλα έχουν σκοτεινιάσει...
δε βλέπω αλλά ακούω το σφυγμό σου, δε βλέπω αλλά νιώθω τη ζεστασιά σου...κάπου εδώ γύρω είσαι αλλά δεν τα καταφέρνω, δεν τα καταφέρνω...
Θεέ μου βοήθα με λίγο...
Θεέ μου βοήθα με λίγο να ξυπνώ και να μην τρομάζω.
Ψυχή σαν θηρίο έχω, δεν το βάζει κάτω, όλο βογκάει και βρίζει φτύνοντας στα μούτρα την ηρεμία που της προσφέρει ο θηριοδαμαστής χρόνος.
Δεν το βάζει κάτω, δεν το βάζω κάτω, υποθέτω πως αν μπορούσα αυτή τη δυναμική να στρέψω κάπου αλλού θα ήμουν συνέταιρος, πεζέταιρος του Αλέκου.
Άσε μας ρε Χρόνε στην κατάθλιψή μας, στο μίσος και το πόνο μας. Πρεζόνι του ναρκωτικού σου εγώ δεν πρόκειται να γίνω. τον πόνο μια ευχάριστη στρογγυλεμένη ανάμνηση δεν κάνω.
Εγώ είμαι εδώ, σφυρίζω - τραγουδώ, πληγωμένος κι επικίνδυνος.
Τώρα πλέον δεν μπορώ καν να σε σχηματίσω στο μυαλό μου.
Έγινες αυτό που φοβόμουν, ανάσα μου, που τό 'ξερα απ' την αρχή πως θα γινόσουν.Μια θολή φωτογραφία αρωματισμένη με αλκοόλ και αίμα.
αλκοόλ και αίμα...
Ξέρεις, ας με μιλούσες κι ας μ' έβριζες. Κανένα πρόβλημα...έστω μια κουβέντα, ένα νεύμα.
Τίποτα...
Ούτε αυτό κάνεις. επιλέγεις τη σιωπή ως απάντηση στ' απόκοσμα ουρλιαχτά μου. Ούτε να με βρίσεις δεν καταδέχεσαι. Κατάφερες να πείσεις τον εαυτό σου ότι είμαι ένα τίποτα, ένα κενό χρόνου, υπολογίζεις ότι η ζωή σου έχει ένα κενό πέντε ωρών.
Είμαι ένα τίποτα λοιπόν, τελεσίδικα, κάτι που δε θυμάσαι.
Ένα τίποτα έτοιμο να γίνει καπνός τσιγάρου, συννεφάκι μικρό σε έναν κόκκινο χαρούμενο ουρανό όλο ψέμα.
Σκοτάδι, απόλυτο σκοτάδι.
Συνεχίζω να ψηλαφίζω για να μην πέσω, παραπατάω, πιάνομαι απ' το πουθενά και ευτυχώς κρατιέμαι...
Πήρα τη θέση που κατάντησες για μένα.
Σου είπα κάποτε ότι είσαι το πιο ψηλό βουνό μου.
Και εσύ για να μη χαλάσεις τα τετράγωνά σου, μ' έστειλες αδιάβαστο, μόνο μου στην πιο σκοτεινή κορφή του κόσμου. με σφράγισες σ' ένα ανάποδο Π.
Φοβάμαι εδώ μέσα μόνος μου.
Σκοτάδι, αναπνέω σκοτάδι, μυρίζω σκοτάδι, όσο άρωμα κι αν βάλω...
Μερικές φορές μ' αρέσει βέβαια, γιατί αρχίζω και φοβάμαι το φως σου, αρχίζω και βολεύομαι εδώ μέσα, νιαουρίζω και κλαίω και στρογγυλοκάθομαι, αρνούμενος οποιαδήποτε βοήθεια...
Τις περισσότερες όμως θυμώνω...
όχι αναγκαστικά με σένα...εσύ διακτινίζεσαι ανάσα μου, με ασύλληπτη ταχύτητα σ' ένα τίποτα πιο μεγάλο κι απ' αυτό που έχτισα εγώ τριάντα χρόνια τώρα.
και οδεύοντας προς το τίποτα, τίποτα δεν μπορεί να σε σταματήσει. τι χαρά που θα κάνεις βλέποντάς το. μια ζωή μετά θα συμμαζεύεις και θα τακτοποιείς.
Σου εύχομαι να τα καταφέρεις, ελπίζω να τα καταφέρεις.
«σπασμένη ανάσα μου, το πιο ψηλό βουνό μου...»
Μου σύστησες άθελά σου το σκοτάδι, μ' έβαλες σε μια περιπέτεια που δε βλέπω, απλά ψηλαφίζω. Και σ' ευχαριστώ, γιατί σ' αυτό το πιο άγριο το γκρέμισμα, με διακρίνω με πρωτόγνωρη διαύγεια -κι ας έχει τόσο σκοτάδι-
Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009
Λαβύρινθος

Λαβύρινθος
Μου αρέσουν οι μυρωδιές του καλοκαιριού, μου φαίνονται σαν διεγερτικά μνήμης, με εκτοξεύουν και με κάνουν να συναντώ τις πιο γενναίες μου τις ήττες. Μ' αρέσει κυρίως ο τρόπος που το κάνουν...μιλάς πχ για τη δουλειά και πώς θα μαζέψεις αυτά που σε χρωστούν και «κρακ!», το άρωμα από ένα γιασεμί σε πετάει χύμα μέσα σε μια εικόνα χρωματιστή, όπου να σου εσύ μικρό παιδί να κάνεις νυχτερινές βόλτες με το ποδήλατό και τους φίλους σου, σε μια στρόγγυλη πανέμορφη πλατεία.
Ποιος ζωγράφος θα μπορούσε να μου αποδώσει χειροπιαστές εκείνες τις εικόνες;
Πληρώνω όσο όσο.
Ζω με τις αισθήσεις μου , είναι το εισιτήριο σ' ένα κόσμο που δεν υπάρχει και απ' ό,τι φαίνεται ποτέ του δεν υπήρξε.
Γιατί το Τότε, μόνο στο ξεθώριασμα της ανάμνησης φαντάζει τόσο ωραίο.
Είναι περίεργο το μυαλό, κάνει το χτες πάντοτε καλύτερο, σιχαίνεται το τώρα.
Το χτες όμως κάποτε και αυτό ήταν ένα Τώρα που το μυαλό σου πάλι αβυσσαλέα το μισούσε...
Λατρεύουμε κάτι μόνο όταν γίνει Χτες.
Περιμένουμε να αγαπήσουμε το παρελθόν, πολύ περίεργο αλήθεια...
Και όχι μόνο το αγαπάμε, αλλά θέλουμε σαν τρελοί όλοι πίσω, εκεί ξανά αγκαλιασμένοι να βρεθούμε.
Εκτός και αν εσύ δεν επιθυμείς να συναντηθείς με τον παλιό τον άδοξο τον έρωτά σου.
Και όσες φορές και αν το έκανες πάντα η ίδια ήττα σου χιμάει.
Το χτες δεν μπορεί να γίνει τώρα. Μην το κουράζεις άδικα. Κράτησε το στις δύσκολες ώρες.
«Θυμήσου, θυμήσου μωρό μου, σου είχα χαρίσει ένα κίτρινο βιβλίο, μια ανοιξιάτικη μεθυσμένη μέρα, μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα, όπου όλα λες και υπήρχαν για μας και καμιά έγνοια δε συννέφιαζε το βλέμμα μας. Θυμήσου εκείνα τα λεπτά, θυμήσου την πόλη μας και το νησί μας και ότι δεν δίναμε δεκάρα πως ήταν Κυριακή απόγευμα και αύριο Δευτέρα».
Η μνήμη σου. Το πιο γρήγορο και επικίνδυνο όχημα που στουκάρει πάντοτε στο αδιέξοδο του Τώρα.
Λαβύρινθος η μνήμη, αυλάκια ύποπτα μπροστά σου δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις.
Όλα συμπλέκονται, όλα μπερδεύονται γλυκά κι απίθανα, δεν μπορείς να βγάλεις άκρη.
Και όταν βάζεις τα κλάματα, επειδή δεν σ' αντέχεις άλλο, τρέξε για να θυμηθείς, να νοσταλγήσεις, να κλειστείς σ' «ένα Εσύ που δεν υπάρχει».
Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009
Το Τέλος, Η Κάθαρση και ο Φίλος μου ο Τέλης

Από που να ξεκινήσω και που να τελειώσω;
Ποια είναι η αρχή και ποιο το τέλος;
Τέλος, τελικά, τελειωμένος, «μωρό μου τελειώνω», τελικός σκοπός, τελική λύση, τετέλεσται, τέλη κυκλοφορίας, ο φίλος μου ο Τέλης, αυτό το ύπουλο φίδι...
«Τελικά, τι έγινε;», σε ρωτά ο Χ, ο Ψ, ο Δείνα... λες και όλοι θέλουν να παρακάμψουν την ιστορία και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το τέλος της. Το τέλος προφανώς είναι μια ανακούφιση για όλους, η ψευδαίσθηση ότι έμαθες το τελικό γεγονός, για να μην αναπτύξεις ενοχικά σύνδρομα άγνοιας.
Θέλουμε το τέλος, γιατί ζητάμε μία κάθαρση, γρήγορη κάθαρση -εδώ και τώρα-, όπως μας έμαθαν τα παραμύθια.
Όμως η ζωή δεν είναι παραμύθι και πολύ περισσότερο δεν ξεπλένεται με αριστοτελικές καθάρσεις.
«Το τέλος μίας σχέσης». Ταινία αισθηματική, με τίτλο ίντριγκα και εξασφαλισμένη επιτυχία. Ποιο διεστραμμένο μυαλό βρήκε αυτό τον τίτλο; Δεν ξέρω καμία ταινία με το όνομα «η αρχή μιας σχέσης» ή ακόμα καλύτερα, το «μεσοδιάστημα μιας σχέσης».
Το θέμα είναι να ανακαλύψεις ότι ορισμένες ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ...
Μπορεί να ξεχνιούνται, μπορεί να θάβονται, αλλά ξαφνικά εμφανίζονται μπροστά σου «σα να μην πέρασε μια μέρα»...
«κάθε τέλος, μια νέα αρχή», λέει ένα εύκολο ρητό, για εύκολους ανθρώπους, με εύκολες ζωές...
Η δική μου η ζωή όμως δεν εύκολη. Την κάνω όσο μπορώ δυσκολότερη, γιατί είμαι δύσκολος άνθρωπος.
Και έτσι δυσκολεύομαι να παραδεχτώ «ότι όλα τελείωσαν» και πολύ περισσότερο να αναζητήσω μια νέα αρχή. Βασικά δε θέλω ούτε τέλη ούτε αρχές, είναι αρκετά τα χρέη μου έτσι και αλλιώς.
Μήπως τελικά μας αρέσουν τα όνειρα, γιατί τα περισσότερα κόβονται απότομα στη μέση, χωρίς τίτλους τέλους;
Υπάρχει βέβαια και η «επική» διάσταση του πράγματος...δυσκολεύεσαι να παραδεχθείς το τέλος, γιατί θεωρείς ότι ακόμα παίζεται το παιχνίδι...ότι έχεις μία πιθανότητα, μια ευκαιρία, και εσύ νικάς, ω του θαύματος, νικάς τις δυσοίωνες προβλέψεις. όπως ακριβώς συμβαίνει στις ταινίες. Και μόνο στις ταινίες...
Κακώς πάει προς τα εκεί το θέμα, γιατί αναγκαστικά έρχεται μια λέξη που το τελευταίο καιρό είμαι άσχημα μαλωμένος μαζί της. Η Ελπίδα. Όταν η Πανδώρα άνοιξε το κουτάκι της και ξεχύθηκαν τα κακά στον κόσμο, αυτό που έμεινε στο βάθος ήταν λέει η ελπίδα...την περίπτωση δηλαδή η Πανδώρα να είχε μυωπία, γιατί δεν την υπολογίζουμε ποτέ;
Αναρωτιέμαι λοιπόν τώρα τι ήθελα να πω...ότι σημασία έχει η διαδρομή και όχι το τέλος; Αποκλείεται, γιατί έχω βαρεθεί τον Καβάφη λόγω επαγγέλματος...
Άρα τι;
Αδιέξοδο.
Ανέλπιδη προσπάθεια. Φαντάζεσαι να έγραφα τελική προσπάθεια;
Το μόνο που θέλω να πω είναι ότι δεν υπάρχει τέλος σε πράγματα που τα κρατάμε ζωντανά, που τα ζούμε στο επίπεδο της μνήμης, της συνείδησης και του ονείρου. Οι ιστορίες της ζωής μας θλιβερές ή ευχάριστες είναι καταδικασμένες να ζουν συνεχώς, χωρίς τέλος, ασταμάτητα, αδιάλειπτα. Οι σχέσεις μας δεν έχουν τελειώσει, όσο για μια στιγμή επιστρέφουμε σε ένα βλέμμα, σε ένα φιλί, σε ένα καυγά. Οι νεκροί μας δεν έχουν τελειώσει, είναι ζωντανοί μέσα μας, ζουν στη μνήμη μας, υπάρχουν. Και θα υπάρχουν για πάντοτε. Συνοδευόμαστε από φαντάσματα εμπειριών που δεν φτάνουν ποτέ στο τέλος. όσο υπάρχουμε, τίποτα δεν έχει τελειώσει, δεν υπάρχει τέλος, ούτε συμβατικό ούτε ασύμβατο.
Αυτό βέβαια δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό. Το μόνο που ξέρω είναι πως κουβαλάμε ιστορίες ζωντανές που δεν έχουν φτάσει στο τέλος τους, γιατί πολύ απλά τέλος δεν υπάρχει.
«Πάσα ψυχή αθάνατος εστί». Άρα, θα τις κουβαλάμε και όταν βλέπουμε τα πράγματα από ψηλά...
Έτσι, όταν ακούω ανθρώπους να θέλουν να ξεχάσουν, πάντοτε συγκινούμαι...
Ο μοναδικός τρόπος για να ηρεμήσει κανείς είναι να ξεχάσει. Να ένα τέλος. το μοναδικό τέλος. Η ΛΗΘΗ. ό,τι δεν το ξεχνάμε δεν έχει τέλος...
Κάτι, μπορεί να έχει τελειώσει αλλά εμείς επιμένουμε να το κρατάμε ζωντανό, θα μου πεις. Ναι, αλλά κάτι που είναι ζωντανό αναγκαστικά δεν μπορεί να έχει τελειώσει, θα σου απαντούσα....
Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009
Η πραγματικότητα
Η πραγματικότητα βιώνεται διαφορετικά από τον καθένα. Εξαρτάται από μία σειρά εσωτερικών και εξωτερικών συνιστωσών. Και επειδή ακριβώς κάθε πραγματικότητα του καθενός είναι ξεχωριστή αλλά αναγκαστικά συμβιώνουμε, οι διαφορετικές πραγματικότητες αποτελούν υποσύνολα, ανάμεσα στα οποία μπορούν να υπάρξουν είσοδοι μεταπήδησης από τη μία στην άλλη. Θέλω να πω δηλαδή ότι κάποιοι μπορούν να αντικρίσουν τη δικιά μου πραγματικότητα, αν τους αφήσω και βέβαια και εγώ μπορώ να αντιληφθώ τη δικιά τους, αν βέβαια και αυτοί κάνουν το ίδιο…
Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα του άλλου, ως κάτι καθ’ αυτό διαφορετικό, δηλαδή σαν ένα υποσύνολο διαφορετικό από το δικό μας, με άλλους κανόνες και άλλη λογική ή αν προσπαθούμε να το ερμηνεύσουμε με βάση τη δική μας πραγματικότητα.
Η πραγματικότητα λέει ότι ελάχιστες φορές έχουμε τη γενναιοδωρία ψυχής να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα η οποία είναι τόσο αληθινή όσο και η δική μας. Συνήθως ο αξιακός μας κώδικας μας οδηγεί στο να αποδεχτούμε έναν άλλο κόσμο που σε γενικές γραμμές είναι ίδιος με το δικό μας και εύκολα αποκηρύσσουμε κάποιον κόσμο που απλά είναι διαφορετικός.
Μετά λοιπόν από αυτή τη θλιβερή διαπίστωση που ισχύει περισσότερο ή λιγότερο για όλους μας, θα ήθελα να παραμετροποιήσω τις συνθήκες που δημιουργούν αυτό που λέμε πραγματικότητα. Βέβαια θα ήταν πιο σωστό να ορίσουμε το τι είναι πραγματικότητα. Θα λέγαμε ότι η πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή ως η κοινωνική, πολιτική, συναισθηματική και ιδεολογική ζωή ενός ανθρώπου που τείνει νομοτελειακά πάντοτε προς το μέλλον. Δεν βιώνουμε αυτό που είμαστε αλλά πάντοτε αυτό που θα είμαστε σε ένα μήνα, σε ένα χρόνο. Είναι αυτό που λέει ο Γάλλος υπαρξιστής ότι η ζωή μας είναι πάντοτε ένα πλέγμα προσδοκιών…βέβαια για να κάνουμε τη δεύτερη απαισιόδοξη παρατήρησή μας, ελάχιστοι αντιλαμβάνονται ότι αυτό που προσμένουν να ζήσουν στο μέλλον , το ζουν στο παρόν τους, χωρίς να το αντιλαμβάνονται…το «θα» είναι πάντοτε ένα αέναο παρόν.
Η τρίτη θλιβερή παρατήρηση είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς δεν είμαστε ευχαριστημένοι από την πραγματικότητα που βιώνουμε…όλοι μας γενικά και αόριστα θέλουμε να την αλλάξουμε, δεν είμαστε ικανοποιημένοι από την οργάνωσή της και από τη δομή της. Εύκολα αποκηρύσσουμε την άδικη κοινωνική πραγματικότητα, τη συμβατική συναισθηματική και ηθική μας πραγματικότητα, αλλά ελάχιστοι κάνουμε κάτι για να την αλλάξουμε.
Αλήθεια, γιατί δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητά μας; δε θέλουμε ή δεν μπορούμε; ή και τα δύο μαζί;
Ζήτημα θέλησης δεν τίθεται˙ όλοι θέλουμε να αλλάξουμε τη ζωή μας σε κάτι καλύτερο και μάλιστα είμαστε έτοιμοι να κάνουμε και γενναίες φιλότιμες προσπάθειες για να το πετύχουμε. Το αποτέλεσμα όμως είναι αποθαρρυντικό.
Νομίζω ότι ο κυριότερος λόγος της αποτυχίας μας είναι ότι δεν αντιλαμβανόμαστε ακριβώς το τι σημαίνει πραγματικότητα και προχωρούμε σε μια σειρά επιδερμικών βελτιωτικών κινήσεων που όμως μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα διαφθείρονται και παύουν να ισχύουν. Λέμε ας πούμε ότι δεν μας αρέσει η δουλειά μας, την αλλάζουμε και δε συνειδητοποιούμε ότι και η επόμενη δουλειά μας είναι δομημένη με τον ίδιο τρόπο. Δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τη σχέση μας, την (αντ)αλλάζουμε αλλά και σε αυτήν τη νέα επέρχεται γρήγορα η ίδια φθορά…βέβαια ο θυμόσοφος λαός λέει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ευχαριστημένος με τίποτα αλλά δεν είναι επί της παρούσης να αναφέρω πόσες ακόμα μπούρδες λέει ο θυμόσοφος λαός μας…
Το ερώτημα όμως παραμένει σκληρό και αμείλικτο….
Μπορεί κάποιος να αλλάξει την πραγματικότητά του;
Και αν ναι, ποιο είναι το κόστος αυτής της αλλαγής;
Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009
στον πόλεμο που σ' έστειλε η ελπίδα

Πολύ αργά για δάκρυα, πολύ αργά για υπεκφυγές.
Πολύ αργά για να ξεκινήσω από την αρχή, να ψάξω νέους δρόμους.
Αυτή είναι η γειτονιά μου. με διάλεξε, τη διάλεξα δεν ξέρω, παρέα πάμε αγκαζέ και όπου μας βγάλει πλέον.
Ένα χαζό αστείο, μια καρικατούρα, μια ανέλπιδη ευχή, όλη μου η ανάσα.
Τι κρίμα να βλέπεις το χάλι σου και τη ευτυχία να τ' αγαπάς γιατί είναι δικό σου.
Μην αφήνεις το καιρό να περνά πιστεύοντας ότι αύριο θα ξημερώσει μια διαφορετική μέρα. το δοκίμασα, δεν πιάνει. Απλή συνωμοσία της ρουφιάνας της ελπίδας που εγώ προσωπικά θα εκτελέσω, αν τύχει και βρεθεί μπροστά μου.
οπότε εδώ, παρέα με το τώρα μας. τέρμα το σάλτο σ' ένα μέλλον που δεν υπάρχει.
το Εδώ και το Τώρα. απέκτησες καινούργιους φίλους. πάντα δίπλα σου ήταν αλλά εσύ έκανες πως δεν τους έβλεπες. Τα γένια σου άσπρισαν και εσύ ακόμα αλαφροΐσκιωτος δηλώνεις.
Καλύτερα να τα ξεχάσεις όλα αυτά. θα σου φύγει ένα βάρος. θα δεις επιτέλους τον καθρέφτη. θα αγαπήσεις τις απώλειες σου.
Σαν να γυρίζεις ματωμένος βετεράνος απ' τον πόλεμο που σ' έστειλε η ελπίδα. και στα χαρακώματα έμαθες πως η ελπίδα πέθανε ή ακόμα καλύτερα ποτέ της δεν υπήρξε...
και λοιπόν;
είναι καλύτερα έτσι.
Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009
Χτές Σήμερα Αύριο
Κλείνομαι σ' ένα Εσύ που δεν υπάρχει
Χτες Σήμερα Αύριο
ζω για μια στιγμή που δε θα 'ρθει
Χτες Σήμερα Αύριο
κοιτάζω αποσβολωμένος τον απολιθωμένο κόσμο
τρομάζω και κλείνω τα μάτια
μερικές φορές δακρύζω κάνοντάς το
παράδοξες οπτασίες απέναντί μου
κάνω βουτιά σ' ένα παράλογο κενό
αφήνομαι, αφήνομαι, ανατριχιάζω
ώσπου μια ερώτηση με κάνει να πεταχτώ
«τους λογαριασμούς τους πληρώσαμε;»
έχω τόσους λογαριασμούς ανοιχτούς -δεν κλείνω κανέναν- δεν μπορώ
Το μέλλον μου σκοτεινό και άδηλο, εντελώς αλογάριαστο
το μυαλό μου παίρνει μια μουσική για παρέα, κατηφορίζω στη δουλειά
συνοφρυώνομαι, φοράω ένα δήθεν σοβαρό πρόσωπο και ξεκινάω
μπλέκονται στα πόδια μου εφηβικές εξάρσεις και εκστάσεις, ενίοτε εντάσεις, θα με κάνουν να πέσω καμιά φορά
και μετά βαριέμαι, συνέχεια τα ίδια λέω, κουράστηκα να μ' ακούω
και περιμένω να πάρω την ανηφόρα
να φτάσω στο σπίτι, να κλειστώ σ' ένα ανύπαρκτο Εσύ
να κολυμπήσω σε μια αβυσσαλέα τρικυμία
Μπαίνω και βγαίνω σε δύο κόσμους
σε κανέναν δεν ανήκω, ξένος είμαι και στους δύο
ένας κανονικός που δε μου αρέσει και ένας ανύπαρκτος που με φοβίζει
ξεχνάω ποια είναι η άφιξη και ποιο το τέρμα
τρέμω μη μείνω καμιά φορά στη μέση, μετέωρος στο πουθενά
στο χτες, στο σήμερα, στο αύριο
Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008
πισωγυρίσματα

άφησα την ελπίδα μου να κοιμάται και ήρθα εδώ βραδιάτικα, να δω τα χέρια μου να ψάχνουν στα τυφλά, πλαστικά κουμπάκια για να φτιάξουν λέξεις.
άφησα την σκέψη μου στον άμοιρο θάνατό της και έφυγα μακριά, γιατί πεθύμησα ελευθερία
άφησα τον πόνο μου να τρέξει, για να τον μαζέψει ένας καλλιτέχνης που σμιλεύει ωραία μπιμπελό με λέξεις
άφησα τον εαυτό μου κάπου έξω στο κρύο για να εξισορροπήσει την εσωτερική του θερμοκρασία.
άφησα τα πράγματα να μείνουν όπως είναι, γιατί κατάλαβα πως κάθε αλλαγή κρύβει κι έναν εφιάλτη.
άφησα τις μεταφορές και τις εικόνες, γιατί με ζαλίζουν τον έρωτα όλο και πιο πολύ. όλο πάω να τις καταλάβω αλλά στο τέλος πάντα γίνεται κάτι και μπερδεύω το μίτο τους.
άφησα ξανά και ξανά τον εαυτό μου να ξεχαστεί αλλά δε μου κάνει τη χάρη.
άφησα τον εαυτό μου στο θρήνο του και τον σιχάθηκα
άφησα τον εαυτό μου να γίνει απόκληρος αλλά μόνο στην σκέψη ποτέ στην πράξη.
άφησα τον εαυτό μου να παρασύρεται και να βουλιάζει να βουλιάζει, ενώ φοβάται τη θάλασσα...
Και μετά από τόσες ρίψεις και αφήματα, ένιωσα ελαφρύς σαν πούπουλο, σαν φύλλο...
αλλά και πάλι ούτε αυτό δεν μπορούσα να αντέξω. γύρισα πίσω γρήγορα και τα μάζεψα πάλι όλα πίσω.
Γιατί χωρίς αυτά δεν μπορώ να δω την αυγή της ημέρας.
Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008
Γιατί όλοι είμαστε παιδιά και παιδιά θα μείνουμε πάντα

ένα μήνυμα, ένα τόσο δα μήνυμα τριών λέξεων είναι ικανό να πυροβολήσει τη ζωή σου.
ένα άγγιγμα και μια ανάσα μπορούν να γίνουν οι καθημερινοί δυνάστες σου, η κόλαση και η τιμωρία σου.
ένα βλέμμα, θεέ μου ένα υγρό βλέμμα μπορεί να γίνει το πιο τρελό και απίθανό σου όνειρο.
μια μυρωδιά, μια ανεπαίσθητη ευωδία μπορεί για δευτερόλεπτο να σε ταξιδέψει στη πιο γλυκιά κι αθώα ηλικία.
μια φωτογραφία, μια εικόνα καρφώνεται στη καρδία σου και την κοιτάς, την κοιτάς και βουλιάζεις μέσα της και επιθυμείς να ξαναζήσεις τη στιγμή που έφυγε και δεν κοιτάει πίσω.
Μια ελπίδα, μια μικρούλα ελπίδα γίνεται παράθυρο για σένα φωτεινό που όλο το ψάχνεις και πάντα σου ξεφεύγει
μια αγκαλιά, μια ζεστή αγκαλιά που θέλεις να τρυπώσεις μέσα, όταν πολεμάς με τα ψέμματα και τους λογαριασμούς...
Πώς είναι δυνατόν ο κάθε άνθρωπος να επιθυμεί κάτι άλλο από αυτό που έχει; Πώς είναι δυνατόν;
και κάπου εκεί ακούγεται και μια γλυκιά φωνούλα που λέει «μπαμπά σ' αγαπάω μέχρι το θεούλη» και τότε διαλύεσαι εντελώς, τελειώνεις.
και μια μουσική συνέχεια μέσα στα αυτιά σου, μέσα στο μυαλό σου, πέντε νότες όλες κι όλες που σου δίνουν κουράγιο ή άλλοτε σε παγιδεύουν σ' ένα άλλο χωροχρόνο που υπάρχει μόνο για σένα και κάποιον άλλον.
και κοντά σε όλα αυτά η μνήμη, ανεξάρτητη, αδέσμευτη...μια από εδώ και μια από εκεί, πάει όπου θέλει, θυμάται ό,τι νά 'ναι και συνήθως την πιο ακατάλληλη στιγμή...σου βγάζει τη γλώσσα και σε κοροϊδεύει.
υπάρχουν όμως και κάποιες άλλες στιγμές που μετανιώνεις για τη μικρότητά σου, για τα πλαστικά σου όνειρα και λες «μπορώ κι εγώ να κάνω κάτι», για το μικρό παιδί που απέναντι πεινάει ή για τ' άλλο που τρώει ξύλο από τη μάννα του και στο φινάλε πρέπει να κάνω κάτι που να είμαι περήφανος γι' αυτό.
Γιατί υπάρχουν στιγμές που ο ήλιος έχει τη σημασία του, που καταφέρνει να νικήσει το σκοτάδι, αρκεί να το πιστέψεις, αρκεί να το νιώσεις.
Και τότε το χαμόγελό σου έχει σημασία, είναι αληθινό, είναι ολότελα δικό σου, δε στοχεύει να πλανέψει κάποιον.
αρκεί να το πιστέψεις, αρκεί να το πιστέψεις, αρκεί να δεις το φως, αρκεί να ταξιδέψεις δεμένος στην ακτίνα του.
Μη σταματάς να ελπίζεις, μη σταματάς να είσαι άνθρωπος, μη σταματάς να λες ότι αύριο θα τα πάω καλύτερα, σήκω πάνω κι ας είσαι τσακισμένος, βγάλε το γινάτι σου, χαμογέλα στη ζωή, γιατί η ζωή είναι ωραία, όταν δίνεις το χέρι σου σε κάποιον, όταν κερδίζεις το χαμόγελο ενός παιδιού.
Γιατί όλοι είμαστε παιδιά και παιδιά θα μείνουμε πάντα, γιατί όλη αυτή η κακία είναι μόνο μία γλίτσα που μπορούμε να τη βγάλουμε.
Γιατί είμαστε άνθρωποι ρε γαμώτο και δεν πρέπει να το ξεχνάμε
Γιατί είμαστε άνθρωποι...
Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008
Σεπτέμβριος Κύκλος

Και είναι που η ζωή συνεχίζει έτσι απλά
Κι ο καιρός αλλάζει διαθέσεις
Κι εγώ ανάβω ένα πικρό τσιγάρο
Και κάνω μια στάση το Σάββατο να πάρω μια ανάσα
Να θυμηθώ ότι περιμένω
Και όλο περιμένω
Να με δω να γελώ
Να πιστεύω σε κάτι
Να ανεβώ στο πιο ψηλό βουνό για να φωνάξω δυνατά
Να πετάξω τα παλιά μου ρούχα
Επειδή όμως μόνο περιμένω
Έχω εθιστεί στο «περιμένω»
Και ξεχνώ να ζω, επειδή περιμένω
Και όλο ελπίζω, όλο ελπίζω
Ότι η ζωή μου θα ξεκινήσει απ' αύριο, από Δευτέρα
Όμως το ραντεβού το χάνω κάθε μέρα
Και είναι που η ζωή συνεχίζει έτσι απλά
Κι ο καιρός αλλάζει διαθέσεις
Κι εγώ ανάβω ένα πικρό τσιγάρο...
Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008
πληγωμένες λαμαρίνες
άρχισε πλέον να νιώθει ήρεμος. και αυτό είναι κάτι που τον ανησυχεί.
είναι έτοιμος να ξεχαστεί. να ξεστομίσει ότι τελείωσαν όλα.
ο χρόνος -αυτός ο ρουφιάνος- πληρώθηκε αδρά και θάβει τον πόθο του, αργά και ανεπαίσθητα.
ασχολείται πλέον με τη ρουτίνα του, νιώθει τυχερός που έχει το Σάββατο ελεύθερο χρόνο.
υποχρεώσεις και δραστηριότητες.
έγραψε και την κόρη του στο μπαλέτο.
αρχίζει πάλι -μερικές φορές- να χαμογελάει.
κάνει σχέδια για το μέλλον.
τίποτα σπουδαίο αλλά μπορεί να σκέφτεται το αύριο, την επόμενη μέρα.
ο σπαραγμός και πόνος δεν τον επισκέπτονται σε καθημερινή βάση.
Tο μεσημέρι πήρε και το λαβωμένο αμάξι του με νέες φρέσκιες λαμαρίνες.
ο τεχνίτης -γνωστός του αδελφού του- έφτιαξε όσο μπορούσε τις τσακισμένες σάρκες του οχήματος.
-έκανα ότι μπορούσα, δε γινότανε καλύτερο δικαιολογήθηκε.
και όντως έκανε καλή δουλειά, από μακρυά που το έβλεπα δε φαινόταν τίποτα.
πλήρωσε και ευχαρίστησε.
στο γκαράζ του σπιτιού όμως είδε την πληγή προσεκτικά.
έσκυψε και παρατήρησε μικρά μικρά σημάδια και ρυτίδες, βαθουλώματα που κραύγαζαν τα ελαττώματά τους.
στεναχωρήθηκε λιγάκι. Τον κατάλαβε ο αδελφός του.
- τα σημάδια θα είναι πάντοτε εκεί, δεν μπορούν να φύγουν. απλά τα συνηθίζουμε και κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε.
δεν κατάλαβα αν μιλούσε για τις λαμαρίνες.
κοίταξε τον αδελφό του αποσβολωμένος, δεν το περίμενε. έχεις δίκιο απάντησε.
ανέβηκε στο σπίτι. Ξάπλωσε δίπλα στην κόρη του. έκλεισε τα μάτια.
δεν μπορούσε να κοιμηθεί. η φράση κύκλωνε το μυαλό του...τα σημάδια είναι πάντοτε εκεί, απλά κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε...
έχασε το κουράγιο του, απελπίστηκε και πάλι.
είχε την αίσθηση ότι τώρα που έβγαινε από την τρύπα του πόνου που τον ρούφηξε ένα καλοκαίρι, θα ήθελε πολύ ν' αφήσει τα χέρια και να ξαναπέσει μέσα, να φτάσει πάλι στο πυθμένα. να αφεθεί στην έντασή του, να περιχαρακωθεί στη μοναξιά που γενναιόδωρα του πρόσφερε τρεις μήνες τώρα.
εκείνος ο πόνος, εκείνος ο πόνος που έμαθε να τον αγαπάει σε σημείο που δεν ήθελε να τον αφήσει. γιατί πίστευε -καλώς ή κακώς δε θα το κρίνω εγώ-, πως αν τον εγκατέλειπε θα τον άφηνε και η μνήμη. και χωρίς τη μνήμη θα τον άφηνε και η αίσθηση.
και έτσι έμενε εκεί μετέωρος. ούτε μπροστά ούτε πίσω.
λες και μπόρεσε να βγει από το πριν και δεν τολμά να βουτήξει στο τώρα.
Γιατί άραγε;
μάλλον δε θέλει να κάνει το επόμενο βήμα. δεν μπορεί να συμβιβαστεί με κάτι τέτοιο. πώς δεν μπορούμε να δεχτούμε το θάνατο ενός δικού μας ανθρώπου, έτσι και αυτός έχει πεισμώσει σαν μικρό παιδί...
σηκώθηκε το απόγευμα και ζωγράφιζε με την κόρη του.
Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008
όπως, όταν ήμουν έφηβος...
Το βλέμμα μου συναντιέται με τετράδιο μαθήτριας σε διπλανό τραπέζι.
Μια σειρά από ρήματα και στη μέση φαρδιά πλατιά καλλιγραφημένη η λέξη εφηβεία.
Τα ρήματα πηγαίνουν βόλτες στο χαρτί κάπως έτσι:
Νιώθω, αγαπώ, θέλω, πληγώνω, ερωτεύομαι, σκέφτομαι, παρασύρομαι, βρίζω, πληγώνομαι, διεκδικώ, ελπίζω, ψάχνομαι, νιώθω, ρωτώ, απελπίζομαι, μαλώνω, κλαίω....
Οι λέξεις ταξιδεύουν είκοσι χρόνια μετά και συναντούν εμένα...
Δε σκέφτομαι λοιπόν και γράφω:
Νιώθω. Δε θέλω να νιώθω. όποτε ένιωσα, πόνεσα.
Αγαπώ. Τον εαυτό μου και κανέναν άλλον.
Θέλω. Περισσότερα χρήματα -έχω πολλές ανάγκες.
Πληγώνω. Πρώτα εμένα και μετά όλους τους άλλους που ενδιαφέρονται για μένα. έχω εθιστεί σ' αυτό, μου είναι ανάγκη σαν τη νικοτίνη.
Ερωτεύομαι. Είμαι πάντα ερωτευμένος με αυτό που ήθελα και δεν κατάφερα ποτέ να γίνω.
Πάνω από όλα όμως ερωτεύομαι παθολογικά την αίσθηση ότι είμαι ερωτευμένος.
Παρασύρομαι. Όταν πίνω παρασύρομαι. Τότε λέω αλήθειες. Πρέπει να κόψω το αλκοολίκι. Με βγάζει από το ψέμα μου.
Βρίζω. Τους πάντες. την άμοιρη μοίρα μου πρώτα από όλα.
Πληγώνομαι. όταν βλέπω στο καθρέφτη το θολό βλέμμα μου. όταν βλέπω ότι αγάπησα λάθος ανθρώπους.
Ανησυχώ. όταν βλέπω ότι κάποιοι (ευτυχώς όλο και λιγότεροι) πιστεύουν ακόμη σε μένα.
Διεκδικώ. Περισσότερα χρήματα. Μετά θα (εξ)αγοράσω όλες τις διεκδικήσεις μου.
Ελπίζω. ωραία λέξη η ελπίδα...μπορώ να μιλάω ώρες για αυτήν.
Κλαίω. Οι άντρες δε κλαίνε μωρέ. μόνο καμιά φορά δακρύζουν. τα δόντια σφίγγουνε μετά, τη μάχη ξαναρχίζουν. καλό αυτό, έχει την αίσθηση του έπους, μ' άρεσε.
Απελπίζομαι. όταν σκέφτομαι.
Σκέφτομαι. το αποφεύγω, για να μην απελπίζομαι.
Σταματώ να γράφω. Πάω για τσιγάρα.
Δυο τρεις συγκυρίες άνευ ουσίας, πάω σε άλλο περίπτερο απ' το συνηθισμένο.
Χωρίς να το καταλάβω μπαίνω σε μονόδρομο που στην εφηβεία μου ήταν διπλής κατεύθυνσης...σμπάουγκκκκ! στουκάρω το αυτοκίνητο σε αμάξι εμβρόντητου συνομηλίκου. που είναι το μυαλό μου; που τρέχει το μυαλό μου; πρέπει να βρούνε όργανο για να μετράνε τις μεθυσμένες σκέψεις. συνεννοήσεις και ασφαλιστικές μεσολαβήσεις.
υπολογίζω 800 ευρώ ζημιά.
θα το κρύψω από τους δικούς μου για να μη στεναχωρηθούν. όπως, όταν ήμουν έφηβος...
Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008
άρωμα στο μπράτσο

είναι κι αυτή μια άχαρη στιγμή χαμένη στο μεταίχμιο
είναι κι αυτή μια άδεια νύχτα
και έτσι πάλι
το μόνο που ονειρεύομαι
για το μόνο που υπάρχω
το μόνο που θέλω να αναπνεύσω
είναι το άρωμα σου στο μπράτσο μου
όπως γλυκά μπερδεύτηκε κάποτε με το δικό μου
θέλω η μνήμη να γίνει αίσθηση
δεν την μπορώ άλλο τη μνήμη, δεν την αντέχω
και επειδή τίποτα απ' αυτά δε γίνεται
μένω μόνος να κοιτώ τις μέρες να κυλούν άδειες και μονότονες
Μόνο μια ξαφνική μπόρα τώρα κλαίει το χαμένο καλοκαίρι
Μια ξαφνική συνάντηση κάποτε
Μια μόνιμη μπόρα τώρα
εγώ όμως αγαπάω τη βροχή πάντα
νά βλεπα τα μάτια σου -μια φορά ακόμα-
Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008
Back in business
Σιγά, σιγά συνέρχομαι...
Απίστευτο ε;
Και όμως...
Ο πόθος και η αγωνία μου, η πτώση μου μαραίνονται -βοηθάει το καλοκαίρι που είναι άνυδρο, τα φύλλα τους πέφτουν ένα ένα.
Αποκαθίστανται τα τετράγωνα στο μυαλό μου.
Η ανάσα μου -το νιώθω- δεν είναι τόσο σπασμένη πλέον.
Έχω κλείσει και ραντεβού με τους διευθυντές μου στο γραφείο τους -το κύρος και την αξιοπιστία μου.
Είναι έτοιμοι να συγχωρέσουν τον πιο πιστό υπάλληλό τους...
Την επόμενη φορά όμως θα είναι αμείλικτοι
Μία και μοναδική προειδοποίηση δίνουν.
Φεύγω με κατεβασμένο κεφάλι...
Στο διάδρομο χειροκροτήματα γελούν την επιστροφή μου, ψιθυρίζουν μεταξύ τους...
-ακόμα ένας που νόμιζε ότι το φεγγάρι είναι δικό του και έφαγε τα μούτρα του!
Χαμογελάω και χαιρετώ τους παλιούς λύκους φίλους -την υποκρισία και τη συνήθεια.
Back in business λοιπόν...
Το χώρο τον ξέρω καλά.
Είμαι έτοιμος να δώσω μια νέα παράσταση, όπως τότε, όπως πάντα!
Συνταγή; Η δοκιμασμένη.
Λίγη επανάληψη με αρκετά loop, 5,6 λέξεις πυροτεχνήματα με περίεργη λαμψη, μερικές θεατρικές κινήσεις...
Ποιος (τολμά) να έχει απορίες;
Είμαι έτοιμος λοιπόν...
Αλλά γιατί είμαι τόσο θλιμμένος;
Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008
ένα τραγούδι λέω μόνο, ένα τραγούδι
κουράζω τις λέξεις, τις ξεθεώνω
απελπισμένες στενάζουν αφήνουν την εμμονή μου
δε με θέλουν άλλο οι λέξεις, δε με θέλουν
βαριούνται να σφυρίζουν τον ίδιο σκοπό
ψάχνουν νέους μεθυσμένους ουρανούς
μόνο μου μ' αφήνουν μόνο μου
να ουρλιάζω απόκοσμα τη σιωπή μου
έμεινα χωρίς λέξεις, χωρίς ελπίδα
στην έρημο της καυτής ασφάλτου
είμαι έτοιμος να δικαστώ
μείνετε λίγο ακόμα, λίγο ακόμα
βοηθήστε με για τελευταία φορά
Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008
δυο μήνες τώρα κρύβεται

Ξαφνικά
αλκοολική ιχνηλασία σε κορμί αμέριμνο, αθώο
τρομοκράτησε με χρώματα αγγίγματα ανάσες τον καθώς πρέπει κόσμο.
Κρύβεται σε όνειρα, πηδά σε σύννεφα σε ουρανούς, ελπίζει να γλυτώσει
δυο μήνες τώρα κρύβεται, δυο μήνες τώρα τρέχει
θα ζήσει άραγε, δε έχει καμιά ελπίδα
τσακισμένη, βρώμικη τόσο κολασμένη
απόκληρη αναζητά δυο σώματα, δυο βλέμματα, δύο σπασμένες ανάσες
Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008
το σφυρί μου θα είναι φτιαγμένο από αίμα και πόνο
Αλήθεια, τι είναι αυτό που μας συντηρεί στην ζωή; η ελπίδα, η συνήθεια ή ο φόβος;
ίσως και το όνειρο...ναι το όνειρο είναι ένας σημαντικός λόγος συνέχισης της ζωής, αρκεί να μην την αντικαθιστά, οπότε γίνεται μια χυδαία υπεκφυγή, ένας δειλός και τρομαγμένος αναχωρητισμός.
Μιλάω εκ πείρας.
Γιατί άραγε ζω;
Για να φοβάμαι την ύπαρξη και να κλείνομαι μέσα σε εσωτερικούς μονολόγους υποστασιοποιώντας την ανυπαρξία με περίεργες, απρόβλεπτες προσωποποιήσεις, συνεκδοχές και μεταφορές; Αυτό δεν είναι ζωή, αυτό είναι ένα παιχνίδι λέξεων, οι λέξεις δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την ζωή. Αρέσκομαι να ζω και να χάνομαι μέσα σε λεκτικές δίνες αλλά αυτές δεν είναι η ζωή μου.
Γιατί άραγε ζω;
Ζω για να βλέπω που με οδηγούν οι αδυναμίες μου. δεν μπορώ να τις ξεπεράσω, δεν έχω άλλο κουράγιο. έχω ηττηθεί κατά κράτος.
όταν ήμουν άμοιρος νέος, νόμιζα ότι οι δρόμοι μου, κόντρα στα «πρέπει» και τα «χρειάζεται» και «είναι απαραίτητο» στο τέλος θα δικαιώνονταν. Δε δικαιώθηκαν. Αποδεικνύεται μέρα με τη μέρα ότι ήταν λανθασμένοι -ένας λαβύρινθος χωρίς έξοδο.
Κάθε μέρα βλέπω τις συνέπειες και φυσικά δεν μπορώ να κάνω τίποτα. κάθε μέρα βλέπω πως ό,τι πίστεψα, ό,τι έκανα ήταν μάταιο, ατελέσφορο. Η κάθε μέρα μού δείχνει τα λάθη μου. Λες και γι' αυτό υπάρχει ο χρόνος. για να γελά μαζί μου. δεν ντρέπομαι. πιο πολύ γελάω εγώ.
Γιατί ζω;
Ζω με την ελπίδα ότι κάποια μέρα όλοι και όλα θα αλλάξουν, «θα διαλυθούμε στη θάλασσα», θα αφεθούμε στο πιο τέλειο ηλιοβασίλεμα, θα έχουμε το δικό μας ουρανό;
Δεν υπάρχει φως για μας. -μόνο νύχτα-
Ποτέ δεν αλλάζει τίποτα. δεν ήμαστε δυστυχώς παιδιά. Ας πούμε για μία γαμημένη φορά την αλήθεια στον εαυτό μας. τέτοιες συμβουλές σε άλλους. όχι σε μας.
Σαν λέμε δηλαδή ότι σε όλα αυτά που θέλησες, σε όλα αυτά που φαντάστηκες δεν βγήκε ούτε ένα. Και τώρα χάσκεις, βγήκες από τη νάρκωση και λες «μα τι έγινε;»
Γιατί ζω;
Η ματαίωση, η απογοήτευση, η διάψευση, ο συμβιβασμός, το ψέμα κάθε μέρα μου κάνουν παρέα, τρέφονται από τις σάρκες μου, με αγκαλιάζουν τόσο σφικτά, χάνομαι, δεν μπορώ να πάρω ανάσα...
ζω;
δεν έχω όραμα, το έχασα κάπου στο δρόμο. δεν έχω ελπίδα. μου τελείωσε σαν τσιγάρο και μ' άφησε πικρή γεύση...
και σιγά - σιγά...
τα όνειρά μου περιορίζονται σ' ένα πιο μεγάλο αυτοκίνητο, σ' ένα πιο ωραίο σπίτι.
Γελάω, -αν και δεν είναι αστείο.
ΖΩ
όταν κάνω μάθημα.
ΖΩ
όταν βλέπω το χαμόγελο της κόρης μου.
ΖΩ
όταν...
Ζω + χρονικο-υποθετική.
Άρα δε ζω πάντα. τον περισσότερο καιρό είμαι νεκρός. Δεν το λέω εγώ, δε μεμψιμοιρώ. Η Γραμματική το λέει.
ΖΩ
από συνήθεια, για να βλέπω τις μέρες να με παρασύρουν, για να βλέπω τα χρόνια να κυλούν χωρίς να είμαι μέσα.
ΖΩ
για να παρατηρώ το -σταγόνα σταγόνα- ξεπεσμό μου
ΖΩ
για να με βλέπω να γίνομαι ο πιο καλός ο Μιθριδάτης
ΖΩ
για να με βλέπω να φιλάω κατουρημένες ποδιές
Ζω
για να βλέπω τους άλλους να γίνονται πετυχημένοι με το τίποτά τους, την ανυπαρξία τους που έγινε ύπαρξή τους -και αυτό δεν είναι καθόλου αστείο.
ΖΩ για να με δω μια μέρα...
ΖΩ για να με δω μια μέρα...
Να τα παίρνω στο κρανίο, να φουσκώνουν οι φλέβες στο λαιμό μου...
Να παίρνω ένα μεταφορικό σφυρί... (αυτολογοκρίνομαι)
και να συνθλίβω κομμάτι κομμάτι αυτό το ψέμα, αυτήν την απάτη, αυτόν τον εφιάλτη
το σφυρί μου θα είναι φτιαγμένο από αίμα και πόνο
από αλήθεια και φόβο
ένα αέρινο σφυρί θα τα τσακίσει όλα...
Τα θραύσματα θα πετάγονται στον αέρα, τα μάτια μου θα γυαλίζουν, θα νιώθω μια μοναδική χαρά, μια τρέλα, έναν ανείπωτο ενθουσιασμό.
Τότε θα βρω τον εαυτό μου, θα ανασάνω ξανά
Και τότε μόνο θα καταλάβω, και τότε μόνο θα δω ότι και άλλοι κρατούν σφυριά και άλλοι τα σπάνε όλα και άλλοι με χαρά τσακίζουν το ψέμα τους.
Και τότε δε θα ήμαστε μόνοι...
Και τότε αλίμονό τους...
Και τότε μόνο θα διαλυθούμε στη θάλασσα, και τότε μόνο θα λουστούμε στο φως του φεγγαριού...
Και τότε πάλι θα αγαπηθούμε...
Ως τότε όμως...Καθόλου φως -μόνο νύχτα
Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008
τυχερέ σκατζόχοιρε

το μόνο που έμεινε να κάνω είναι να σκέφτομαι τα δευτερόλεπτα ευτυχίας μαζί σου...
να τα απλώνω και να τα κάνω στιγμές αιώνες, να κλείνομαι μέσα στη διάρκειά τους, να περικυκλώνομαι από την μυρωδιά τους.
σα γυαλιστερά βότσαλα τα βλέπω, παίρνουν διαφορετικές αποχρώσεις από το φως του ήλιου. είμαι ο συλλέκτης τους.
τα βγάζω, τα ξεσκονίζω, τα τακτοποιώ, κάποιες άλλες φορές τ' αλλάζω σειρά...
-εσύ τι έκανες παιδί μου στη ζωή σου;
-έζησα κάποια δευτερόλεπτα...
-και στον υπόλοιπο χρόνο σου τι έκανες;
-νοσταλγούσα αυτά τα δευτερόλεπτα
μη νομίζεις ότι είναι κάτι εύκολο. Απρόοπτοι και προοπτικοί παράγοντες κάνουν τα πάντα να με ξεκολλήσουν από αυτά, να με συνεφέρουν...Εγώ πάντως επιμένω!
Όμως και αυτά τα δευτερόλεπτα είναι θολά και ασπρόμαυρα, ξεφτίζουν, μεταμορφώνονται σε διαλυμένες σκιές σε σημείο να αναρωτιέμαι μερικές φορές αν τα έζησα ή αν όλα τα έβγαλα από τη φαντασία μου.
το εξωφρενικό είναι πως οτιδήποτε μπορεί να ενεργοποιήσει τη μνήμη (κύριο όνομα των θλίψεων)
Σήμερα ας πούμε, οδηγώντας...
ξαφνικά από το πουθενά ένα μικρό σκατζοχοιράκι στη μέση της εθνικής, βαθιά ανάσα από τη μύτη, όπως πριν από μακροβούτι, να περάσω τέλεια από πάνω του το αυτοκίνητο χωρίς να το σκοτώσω...
Τα κατάφερα
και αμέσως μετά η μνήμη οδηγεί στο πρώτο φιλί, τη ξαφνιασμένη μου βαθιά ανάσα που ακολούθησε.
την πιο ωραία μου ανάσα, τον πιο ξέφρενο αναστεναγμό
Σου είπα πως ο δικός μας χώρος είναι το όνειρο, μα ποιος αντέχει να ζει μόνο με όνειρα; ποιος;
Κατά την προσφιλή μου συνήθεια, ανάβω το τελευταίο μου τσιγάρο...
και εδώ βαθιά ανάσα
πονάει, είπα στο φίλο μου, πονάει πολύ, και αυτός είπε το ξέρω
Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008
ανάλαφρος ίλιγγος
αργή ανάσα
πτώματα σκέψεων
εμμονές και τύψεις
τι καλοκαίρι θεέ μου...
γιατί δε με λυπάμαι και με βασανίζω;
αύρα από ελπίδες τρύπιες σκοτωμένες
γιατί δε μιλάμε, γιατί δε μιλάμε;
μα ποτέ δε μιλήσαμε και αυτό τώρα δεν αλλάζει
ίσως νάναι καλύτερα έτσι
κοριτσίστικη γλυκιά φωνούλα που επιβάλλεται
ομορφιά κερασιού, ανάσα ωκεανού
7000 ποτά σε επαρχιακό ξενυχτάδικο κάνουν καμάκι 7000 ξανθιές
για να ξεχάσουν 7000 ρεαλιστικά όχι. Δεν τα καταφέρνουν.
μία ανάμνηση απορροφημένη από κάθε εγκεφαλικό κύτταρο, από κάθε γαμημένη ίνα, από κάθε πόρο του σώματός μου
γιατί έγινε αυτό;
γιατί έγινε αυτό;
γιατί έγιναν έτσι;
πόσο ακόμα θα ρωτάω;
εσύ κι ο εαυτός σου

Γιατί σε κοιτάω έτσι;
Γιατί δε σε γνωρίζω;
πότε τά 'φτιαξα εγώ μ' αυτές τις σιχαμένες ρυτίδες;
Γιατί το βλέμμα είναι θολό και φοβισμένο;
Ποιος είναι αυτός ο λυγισμένος ξένος; τι σχέση έχω εγώ μαζί του; δεν τον ξέρω, σίγουρα είναι παιχνίδι του καθρέφτη...
δεν είμαι εγώ αυτός, δεν είμαι, είμαι βέβαιος, δεν μπορεί να είμαι
Και τι θέλει τότε μπροστά μου, γιατί κινείται όπως εγώ; τι ψέμα θέ μου πάλι και τούτο, τι εφιάλτης ζοφερός;
ένα μεσήλικα βλέπω, λίγο κουρασμένο, λίγο αλλοπαρμένο, ένα τσάκισμα, μια ελεημοσύνη, σίγουρα μια καταδίκη
ναι θα τού βαζα μια στολή βαρυποινίτη, θα τον άφηνα να κλαίει, να βογκάει, να λιώνει μέρα με την μέρα, σταλιά με τη σταλιά
ένα ιδρωμένο καλοκαίρο η ζωή του, μια φθηνή παραζάλη, μια βρώμικη ανάσα
Εκεί θα τ' άφηνα το σκουλήκι να σέρνεται να λιώνει, τόσα χρόνια ψέμα και ανημποριά, αδυναμία και μισόλογα
μια ζωή ένα ξεσχισμένο τίποτα, μια φωτοβολίδα, ένα βεγγαλικό,
ένας ακαμάτης έρωτας ανήμπορος βρωμιάρης
Αυτόν βλέπω μπροστά μου...
και μου χαμογελάει και μου γνέφει και μου λέει έλα
έλα κοντά μου, έλα σε σένα, έλα στη ζωή σου, έλα στο ναό σου
Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008
μόνο γλυκά θέλω να κλείσω τα μάτια
κοιτάει κουρασμένο την ολονυκτία της δοξασίας.
Ο θάνατος κατρακυλά στο γρασίδι της απελπισίας
όποιον πάρει ο χάρος και όποιον καλέσει ο γαμπριάτικος χορός σε αόριστο χώρο
η αδυναμία συνάμενη κουνάμενη πουλάει φθηνό έρωτα στο αισιόδοξο καράβι της επιστροφής
δυο φώτα θαμπά κατεβαίνουν χάνονται -δεν περιμένουν τον τρύπιο ήχο
είμαι ο βασιλιάς της ζέστης γυμνός και αποσβολωμένος. Κουράστηκα να ονειρεύομαι, θέλω λίγο αλήθεια.
γράμματα χαμένα στο σκοτάδι, αλλοπαρμένα στα σύννεφα της τσικνισμένης μικρότητας
δεν είμαι εγώ αυτός, δεν είμαι εγώ και δεν μπορώ ν' αλλάξω
δεν προσπαθώ, με δέχομαι έτσι, με δέχομαι κι αλλιώς, με δέχομαι όπου να' ναι όπως να' ναι
ένα νανούρισμα θέλω να ακούσω και μετά σιωπή
σωπάστε με τις μίζες και τα τσιράκια σας
σωπάστε με τις αιμομιξίες και τους βιασμούς σας
σωπάστε με τους δείκτες και τα πετρέλαιά σας
αετονύχιδες καταφερτζίδες έρχεται η ώρα σας
μην πείτε ούτε μια κουβέντα
δεν περιμένω τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, δεν πονάω καθόλου
μόνο γλυκά θέλω να κλείσω τα μάτια
Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2008
7000 σκέψεις αυτοκτονούν γενναία
7000 σκέψεις, λυσσασμένες από το ψέμα
μαζεύτηκαν γύρω από ένα κρύο ψοφίμι φωτιάς και γιόρταζαν τον οσονούπω θάνατό τους.
Μία μία έκανε το σταυρό της
και πηδούσε στην κόκκινη φλέβα
ήταν φθηνές και πρόστυχες τόσο τιποτένιες
Δεν ήταν σκέψεις, ήταν όνειρα κόντρα στο φως του τώρα
Δεν ήταν όνειρα, ήταν σκισμένες κατεβασμένες σημαίες
σμπαράλια και μπαλώματα, ψίθυροι αναστεναγμοί
δρόμος στο σκοτάδι της ημέρας
ήταν φθηνές και πρόστυχες τόσο τιποτένιες
Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008
ναι την είδα
την είδα να μη φοβάται, να μην ντρέπεται
την είδα δίπλα μου να χαμογελάει...
ναι την είδα
ναι την είδα
εκεί που είναι βασίλισσά μου, νεράιδα, ολότελα δικιά μου
ναι την είδα εκεί στον βράχο, μαζί με άλλους, να μαστε μαζί
χωρίς σκέψεις, χωρίς φόβους, χωρίς κανένα άτιμο γιατί
ναι την είδα
ναι την είδα
ήταν πράγματι αλήθεια υπαρκτή
Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008
Τρόικα
οι ματιές θα διασταυρωθούν αργά η γρήγορα
το τράνταγμα στην καρδιά παραμονεύει την ιδιοτροπία της τύχης
Η ανάσα θα γίνει βαριά, το βλέμμα θα αφεθεί στην έκσταση της ανάμνησης
Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, τρία στίγματα που για πρώτη φορά ευθυγραμμίζονται και περιμένουν από μένα ή μάλλον εγώ απ' αυτά.
Είναι καλοκαίρι -δύσκολη εποχή για τρίγωνα- μακάρι να περνούσε με μια ανάσα.
Το φθινόπωρο είναι πιο ποιητικό, σου γεμίζει νοσταλγίες.
Θα περιμένω το φθινόπωρο. Την ώρα που θα πέφτουν τα φύλλα, εγώ θα κάνω χαρταετό τα αισθήματά μου και θα τα κάψω στον ήλιο.
Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008
Το φεγγάρι (που το κοιτώ κι εγώ κι εσύ)
χλωμό και κίτρινο, με μερικές πινελιές σύννεφων να το τεμαχίζουν.
Δεν κέντρισε ποτέ το ρομαντισμό μου, δε μ' έκανε ποτέ να νιώσω κάπως.
Το πώς νικάει τη νύχτα στην περιοχή του αυτό πάντοτε με τραβούσε, πώς νερώνει το σκοτάδι δίνοντας μια σπουδαία, απερίγραπτη θαλασσιά απόχρωση.
Η νύχτα, κυρίαρχη δέχεται μεγαλοπρεπώς την ήττα της τις μέρες της πανσέληνου.
Ξέρει καλά η νύχτα το παροδικό του φεγγαριού και δε τη νοιάζει. Ξέρει καλά ότι αυτή είναι η ζωή μας,
μια νύχτα με μερικές σταγόνες φωτός.
όλοι μας διάολε, το μόνο που θέλουμε είναι σκοτάδι. Καθόλου φως. Μόνο νύχτα.
Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008
Χωρίς τίτλο
τόση ελπίδα χαμένη, τόσα όνειρα σφαγιασμένα.
τόση πραγματικότητα στην πιο ζεστή και ανυπόφορη εποχή.
τόση θαμμένη αθωότητα.
και τότε είπες εσύ, μα εγώ ποτέ δεν σε άκουγα
άκουγα το πουλί, τον αγέρα, των σωθικών μου το σπάσιμο, τη βρώμική μου ανάσα
υπέροχο τίποτα με κυριεύει
κρυμμένες σκιές φευγαλέα μπροστά από τα μάτια μου
μισοκαμμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες καδραρισμένες στο κενό
η πτώση μου, το άλλοθι μου, η αποπομπή μου
όλα μέσα μου, όλα δικά μου
Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008
Για τον τοίχο του LIFO 2
Αμέσως ψαρώνει τις έχων την αίσθηση της ιδιοκτησίας και απαντά σε ανάλογο ύφος...
«Δε τοιχοκολείς την αφίσα,είσαι η αφίσα,είσαι η αφίσα που ο ήλιος ο ανηλεής θα τής μαράνει τα χρώματα,η βροχή θα τής ξεπλύνει τη διακήρυξη που στραγγιγμένη θα κείτεται στο ρείθρο ξέπνοη.Ολο σου το πρόγραμμα θα στο ρουφήξει ο σκοτεινός αέρας τής νύχτας στη μάταιη του προσπάθεια να ξανάψει το τσίγαρο που σβήνει η αιώνια πονεμένη αμφιταλάντευσή σου./και μιά συμβουλη:η Λιφο δε προσφέρεται για φιλόδοξες τοιχοκολήσεις,θα σου τίς μαγαρίσουν τα βαμπιρ με το πρώτο τους καλημέρα στη βαθειά τους νύχτα.»
Ωραίος ο τύπος όσον αφορά το νεορομαντισμό του, την πλάκα του κάνει και αυτός...
Τι να κάνω και εγώ...το συνέχισα για την τιμή του των όπλων, αν και ήταν πολύ περασμένη η ώρα...
«Άδικο δεν έχεις. Μια αφίσα ήθελα να ήμουν. Μικρή, ασπρόμαυρη, φοιτητική, γεμάτη νεύρο και ένταση, ένα κάλεσμα, μια πρόκληση, ένα κάτι. Να ελπίζω σ' ένα βλέμμα των περαστικών, να στιγγλίζω τη φθηνή πραμάτεια μου και να ζηλεύω τους εραστές που δίπλα μου οι τυχεροί πήρανε το ξαφνικό φιλί. Και όταν κιτρινίσω και σχιστώ, όταν κουρέλι γίνω, δε θα πονώ δε θα κλαφτώ...μια αφίσα ήμουν.
Σ' ευχαριστώ για τη συμβουλή: ο Τοίχος δεν προσφέρεται γαι ασκήσεις ύφους της πλάκας, ειδικά όταν ο ένας σ' αυτά είναι ο Bolek, εγώ, χωρίς να σημαίνει βέβαια ότι εσύ είσαι ο lolek»
Και έτσι πέρασε και αυτό το Σάββατο. Από το τίποτα κάτι δεν είναι και αυτό;
Για τον τοίχο του LIFO
τυχαίο γεγονός που μεταμορφώθηκε σε ατυχή συγκυρία με οδήγησε στον τοίχο του lifo για να οικτίρω την τύχη μου την πλανεύτρα που ό,τι νάναι κάνει. Τοιχοκολλώ και εγώ την αφίσα της απόγνωσής μου λες και κάνω πολιτική δήλωση. Δεσμεύομαι για το τίποτα, είμαι ανυποχώρητος στο πιθανόν και εγγυώμαι προσωπικά την αμφιταλάντευση. Συνταχθείτε μαζί μου, εσείς οι καταραμένοι τυχάρπαστοι που βλέπετε κάθε μέρα την ζωή σας να καταρρέει και δε μαζεύετε τα κομμάτια σας από εθισμό στον πόνο.
Η μαλακία σύννεφο δηλαδή...συννεφούλα, συννεφούλα
Ρε πούστη μου ο τρόπος που γράφω τελευταία μου θυμίζει Δημουλά...
Τίποτα δεν πρέπει να κοροϊδεύεις...όλα στο κεφάλι σου έρχονται!
Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008
5 ώρες στον Παράδεισο, μια εποχή στην κόλαση
χαμένο όνειρο τσακισμένου ανθρώπου
Επιμένω, βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι.
5 ώρες στον παράδεισο με πληρωμή μια εποχή στην κόλαση
χάνομαι, κομματιάζομαι, κολλάω.
Τελικά τι έγινε;
τα όνειρα έχουν θέση μόνο στη φαντασία...
Τώρα που φευγαλέα και κρυφά έζησα το ανέφικτο
καταλαβαίνω πικρά (ξεπερνώντας σταλιά, γαμημένη σταλιά τον εγωισμό και την επιθυμία) ότι όλα ήταν τελειωμένα πριν καν ξεκινήσουν και το όνειρο περικυκλώνεται από την πουτάνα και σώφρων πραγματικότητα- σκάει σαν σαπουνόφουσκα.
Πόνος, ανελέητος και φαρμακερός
χτύπησε με με όλη σου τη δύναμη, με όλο σου το μίσος
δεν ξέρω αν θα αντέξω
υπερασπίζομαι το δικαίωμα να σε νιώθω
Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008
Σάββατο, 17 Μαΐου 2008
Λήθη
Το γράφω αυτό για να θυμάσαι και να προσπαθείς να αλλάξεις.
Αυτές οι περιστάσεις όμως σε κρατούν πάντα μικρό και ανούσιο, κι ας γεννήθηκες εσύ για κάποιο άλλο «τώρα».
Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008
Μετά από 9 μήνες...
Χωρίς να αλλάξει τίποτα από τότε που ξεκίνησα...
Το ίδιο διαλυμένος, το ίδιο πονεμένος, το ίδιο εύθραυστος και αμφίδρομος.
Το τέλος οδήγησε στην αρχή και πάλι από την αρχή τα ίδια!
Αλλά η καρδιά μου πονάει πολύ, ο πόνος με αδράχνει τη ψυχή.
Εκείνος ο πόνος, εκείνος ο τρόμος, όπως όταν μαθεύτηκε ένα μεγάλο ψέμα σου που είχες στηρίξει σε αυτό υψηλές προσδοκίες, όπως όταν έκλεψες για πρώτη φορά και σε έπιασαν.
Ο φόβος έχει κυριέψει την ζωή μου, τη κάθε μου ανάσα.
Αυτό που μ' εκνευρίζει πιο πολύ είναι το ότι όταν για μια και μόνο φορά ξεπέρασα το φόβο μου και πήρα ένα ρίσκο, αυτός ο άτιμος δε με ξέχασε. Και νάτος τώρα μπροστά μου μεγαλοπρεπής και πανίσχυρος.
Ο Φόβος λοιπόν.
Θα δούμε.
Κάνω τους τελευταίους ελιγμούς, μπας και γλιτώσω το χτύπημα στον τοίχο.


