Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Κι όμως υπάρχεις





Δεν υπάρχεις

Ποτέ δεν υπήρξες

Γιατί όταν υπήρξες

Δεν άξιζες να υπάρχεις

Δεν υπάρχεις, κι ας υπάρχεις

Κρύφτηκες σ' ένα παιδικό αθώο όνειρο

που το φοβήθηκες πολύ

Και κλαμένη τού έκανες ένεση ευθανασίας

Το έκανες ανύπαρκτο

Τόσο τρυφερό και εύθραυστο

Μα όσο κι αν προσπάθησα να σε βγάλω, δεν τα κατάφερα

Γιατί αποφάσισες να μην υπάρχεις

Μόνη σ' ένα όνειρο κλεισμένη για πάντα

Εδώ κενό κι ανυπαρξία

Τόση αδυσώπητη σκληρότητα

Που προσέλαβα ξένη αμηχανία για τη φέρω βόλτα

Για αυτό σου λέω δεν υπάρχεις

Και δεν πρόκειται να υπάρξεις

Όσο υπάρχεις χωρίς να υπάρχεις

Και όλο αυτό το διάστημα που εσύ δεν υπήρχες

Εγώ δυστυχώς υπήρχα και ζωντανός θαβόμουν στην ηθελημένη ανυπαρξία σου

Και όταν για μια στιγμή αποφάσισες να υπάρξεις

Δεν ρώτησες τίποτα για την ύπαρξη μου

Έστω κι από τυπικό ενδιαφέρον

Το μόνο που έκανες είναι να δείχνεις πόσο λίγο υπάρχεις

Μιλώντας αποκλειστικό σε α ενικό

Γιατί κανείς δεν κατάφερε να σου μάθει

Όσο είσαι στο εγώ ύπαρξη δεν υπάρχει

Και μετρώ στιγμή στιγμή τις τόσες υπαρκτές ημέρες

Τους υπαρκτούς μήνες

Τα υπαρκτά χρόνια

Που τόσο υπαρκτά πονούσα

Για ανύπαρκτο βέβαια λόγο

Αλλά ο πόνος μου ήταν υπαρκτός κι αληθινός -όχι σαν την ύπαρξη σου-

Τόσο που φοβάμαι να τον καταγγείλω

Μην αναστηθεί και με πάρει πάλι στο κυνήγι

Αλλά αυτή τη φορά δε θα τρέξω

Θα γελάσω για να τον ξορκίσω

Γιατί όλα αυτά που ένιωσα, και είπα και μέθυσα και χτύπησα

Τα έκανες πολύ απλά να είναι ανύπαρκτα

ένας υπαρκτός πόνος τόσο αληθινός που με καθήλωσε

Και μου έδωσε να καταλάβω τι σημαίνει ύπαρξη




Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Η γενιά μου


είμαι θυμωμένος...

μα είναι δυνατόν να είσαι τόσο άθλιος και να μη βλέπεις ότι από μικρό παιδί σε έχουν υπνωτίσει να υπηρετείς τα συμφέροντά τους, να σου πετούν ένα ψωροκόκκαλο και να είσαι ευχαριστημένος;

Μα είναι δυνατόν να έχεις γίνει τόσο άθλιος και να μην καταλαβαίνεις ότι έχουν καταφέρει να ονειρεύεσαι αμάξια μόνο και γυναίκες;
Που αποβλακώνεσαι σε μεγάλες τηλεοράσεις και από την κούραση δεν μπορείς να αντιδράσεις σε τίποτα;
Που ακόμα και στις σχολικές εκθέσεις σε ανάγκαζαν να γράψεις αυτά που άλλοι ήθελαν;

Δηλαδή τι περιμένεις από τη ζωή σου; μια αύξηση; (θα αλλάξει τη ζωή σου;) μια γκόμενα; (αυτή κι αν αλλάξει τη ζωή σου...) τι περιμένεις; που βρίσκεις κουράγιο για να συνεχίσεις μια άδικη ζωή από τα γενοφάσκια της;

Και γιατί τσατίζεσαι με άλλους που δεν επιλέγουν τα δικά σου πλαστικά όνειρα και την παλεύουν, έστω και με λάθος τρόπο;

Συγγνώμη, καταλαβαίνεις ότι υπερασπίζεσαι με την ανοχή σου ένα σύστημα που σε ποδοπατάει κάθε ημέρα;
Καταλαβαίνεις ότι σε αυτό το απρόσωπο σύστημα είσαι ένα τίποτα μηδενικής αξίας, απόλυτα αντικαταστήσιμο;

Κάνεις τα πάντα να κερδίσεις την εύνοια του αφεντικού σου, είσαι έτοιμος να τον υπερασπιστείς, επειδή έχεις μια διεστραμμένη αντίληψη της επιβίωσης....
Έγινες νοικοκύρης, και νομίζεις ότι με αυτή σου τη συμπεριφορά παθητικής ανυπαρξίας και αποχής υπερασπίζεσαι τα κεκτημένα...ποια κεκτημένα ρε καημένε; ποια κεκτημένα;

Μιλάς για τον τίμιο ιδρώτα σου, και δεν καταλαβαίνεις ότι τίμιος θα γίνει όταν θα έρθει και το αφεντικό σου από το γραφείο του να τα βγάλει πέρα με τα σκατά που αντιμετωπίζεις κάθε μέρα στη δουλειά σου....

Επιβίωση δεν είναι να γίνεσαι υπηρέτης των άλλων και να χαίρεσαι, επειδή εσύ γλείφεις ένα κόκκαλο, ενώ οι άλλοι ούτε αυτό δεν έχουν...

Είσαι φρικαρισμένος από όλες αυτές τις δήθεν προτεραιότητές σου που άλλοι σ' έχωσαν μέσα στο κεφάλι, χρεωμένος μέχρι το λαιμό για ένα κολοάμαξο 2000 κυβικών και για ένα σπίτι που θα το αποπληρώσεις στη σύνταξη και νομίζεις ότι τα έχεις καταφέρει στην άθλια ζωή σου...

Και επειδή βγαίνεις πλέον μια φορά την εβδομάδα και πίνεις σπέσιαλ ουίσκυ νομίζεις παναθεμά σε ότι είσαι και επιτυχημένος κιόλας. άθλιε, ε άθλιε.

και δεν είσαι μόνο άθλιος, είσαι και χυδαίος. η γυναίκα σου γέμισε ρυτίδες και εσύ γλυκοκοιτάς πιτσιρίκες, τις ονειρεύεσαι, θέλεις να τις κατακτήσεις...

Και μέσα σε αυτήν την αηδία που ζεις την οποία ονομάζεις «επιβίωση», δεν μπορείς να κάνεις ούτε έναν απλό υπολογισμό.

Σκέψου τη γαμημένη επιχείρηση που δουλεύεις. πόσοι δουλεύουν εκεί και πώς μοιράζονται τα κέρδη. σου αρέσει η αναλογία; εσύ αφήνεις να υπάρχει αυτή η αναλογία...

Σε ρώτησαν αν θέλεις αυτήν την αναλογία; το μόνο που σου λένε είναι ότι η διοίκηση είναι έτοιμη να κάνει περικοπές. όταν η εταιρεία είχε κέρδη τα μοιράστηκε μαζί σου ή με κανέναν άλλον; Βλάκα ε βλάκα!

Γιατί δηλαδή δεν μπορείς να καταλάβεις ότι την κρίση αυτοί την δημιούργησαν από την απληστία τους και είναι λάθος να ζητάνε να πληρώσεις εσύ τα σπασμένα;

Και αν είσαι και λιγάκι μορφωμένος και σ' έχουν βάλει στα γραφεία, τότε είναι που νιώθεις την απόλυτη χλιδή...τι τυχερός που είμαι λες. εξαργύρωσα ακριβά τις σπουδές μου και δεν είμαι σαν τους άλλους...αν σε προσκαλέσει κιολας και το αφεντικό σου ένα σαββατοκύριακο στο εξοχικό του, τότε είναι που κατουριέσαι από την χαρά σου...νομίζεις ότι έγινες σαν αυτούς...δυστυχώς δεν έγινες

Κοινωνική δικαιοσύνη και μαλακίες...
Έχουμε καταφέρει να ονομάσουμε την αποβλάκωση των πολλών κοινωνική δικαιοσύνη.
Κοινωνική δικαιοσύνη είναι να σου λένε ότι είσαι μια χαρά και μην βγάζεις κιχ, γιατί οι άλλοι είναι σε χειρότερη θέση.
Κοινωνική δικαιοσύνη είναι, όποιος δείχνει τα δόντια του στον υπηρέτη των συμφερόντων και του κεφαλαίου, το ίδιο το κράτος, να θεωρείται, ξέρεις από ποιους, εξτρεμιστής και αλήτης και άλλα μύρια όσα...
Κοινωνική δικαιοσύνη στις ημέρες μας είναι να βγάζεις το σκασμό! σου αρέσει αυτό;
Κοινωνική δικαιοσύνη εν τέλει είναι να ασχολείσαι με οτιδήποτε άλλο, με ποιήματα, με έρωτες ενδεχομένως και με φιλανθρωπία, με την περιλάλητη ευαισθησία σου, εκτός από το καίριο, την ίδια την ζωή σου και την ουσιαστική βελτίωσή της.

Και παρακαλάμε να έρθουν οι βιομηχανίες, να επενδύσουν, να δημιουργήσουν «θέσεις εργασίας», να γλυτώσουμε από τη μέγγενη της ανεργίας, ξεχνώντας πάντοτε το αυτόνητο μυστικό του καπιταλισμού: προκειμένου να έχουμε μια θέση εργασίας αποδεχόμαστε να συσσωρεύεται ο πλούτος στα χέρια των λίγων και να μην επιστρέφει στην ίδια την κοινωνία. Σκέψου πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα στον κόσμο μας, αν όλοι εργαζόμασταν για όλους. Για τις ανάγκες όλων, μηδενός εξαιρουμένου. Για τις πραγματικές ανάγκες όμως. Όχι για τα πλαστικά όνειρα που μας μαθαίνουν από παιδιά.

Γεννηθήκαμε από υπηρέτες των άλλων, γίναμε υπηρέτες των άλλων και το μόνο που ονειρευόμαστε είναι ένα απίθανο τζόκερ για να κάνουμε τους άλλους υπηρέτες δικούς μας...
Ωραίο όνειρο και με πολλές πιθανότητες ευόδωσης!

Εν τω μεταξύ, η ζωή συνεχίζει τον μέγα ύπνο της και εμείς ναρκωμένοι, περιμένουμε να έρθουν τα Χριστούγεννα, έχουμε κάψει τη ζωή μας μέσα στα κινέζικα λαμπιόνια, θέλουμε το τάδε παντελόνι και το τάδε σακάκι και σβήνουμε τις τύψεις μας με ψευτοδωράκια των 20 ευρώ στα παιδιά μας, χωρίς να μπορούμε να δικαιολογηθούμε στα μάτια τους, για ποιο λόγο συντηρήσαμε έναν κόσμο συμφερόντων των ολίγων και παρόλο που ανήκουμε στους πολλούς, αψυχολόγητα στραφήκαμε εναντίον τους.

Άτιμη, ανώφελη ζωή, σαν το σκυλί στ' αμπέλι θα πάμε, επειδή από μικρούς μάς μάθανε να χτίζουμε όνειρα και να ζούμε μόνο μέσα σε αυτά...

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

άβυσσος χωρίς πυθμένα





στέκομαι εδώ

ακούω εικόνες και βλέπω φωνές

νιώθω ελαφρύς

και

μ' ένα παράξενα πρωτόγνωρο βλέμμα αντικρίζω πλέον τη ζωή μου

μακριά από κάθε προγραμματισμό και υποχρέωση

καθώς

είμαι έτοιμος

να ακολουθήσω σφυρίζοντας το σκοτεινό μονοπάτι

που όσο το φοβάμαι τόσο αυτό κάθε μέρα με φωνάζει

και θέλω

να κάνω άλμα και να αφήσω τον εαυτό μου να γκρεμίζεται σε μια άβυσσο χωρίς πυθμένα

να νιώσω την έξαψη της πτώσης

και μετά

να δολοφονήσω τη μνήμη και να ζωγραφίζω ωραία τοπία με το ζεστό αίμα της

για να αρχίσω να κάνω παρέα με τους εφιάλτες μου

να μπορώ άφοβα να χαιρετάω τις διπλανές σκιές που βουβά μου μιλάνε

να σκίσω μία μία τις ενοχές μου

να μείνω γυμνός από τα λάθη μου

να δω τι ήχους παίζει η καρδιά μου χωρίς όλα αυτά

να αγκαλιάσω το θρόισμα του φθινοπώρου, την πιο μεγάλη χαρά που έχω νιώσει


«η λεπίδα της απόγνωσης που συνομιλεί με τα όρια της τρέλας»

αλλά από την άλλη

αυτή είναι που μ' έφερε με τις μπάντες εδώ

Και ψάχνω να βρω τη διαφορά από το εκεί

καθώς ο χρόνος με κυκλώνει σε επαναλήψεις ημέρες

άγριες με γυαλισμένη έξαψη στα μάτια τους

έτοιμες να σε κατασπαράξουν, να σε ποδοπατήσουν

με την μόνιμη ακινησία τους

την ψεύτικη προσδοκία τους...





καλοκαίρι



Για μια φορά μόνο

ένα ναι ας μου 'λεγες

και θα τίναζα τα όνειρά μου στον αέρα

θα σκαρφάλωνα σ' ένα μενεξεδί ουρανό για ν' αρπάξω το πιο όμορφο απαλό σύννεφο, να σ' αφήσω να ξαποστάσεις στην αγκαλιά του κι εγώ απλώς να σε κοιτάζω, να σε κοιτάζω και να μη χορταίνω ν' αναπνέω τη δροσιά του σώματός σου.

ένα μικρό γλυκό αεράκι θα φιλούσε τα καστανά μαλλιά σου και θα' φευγε αναστατωμένο από τ' άρωμά τους.

Θα εκτιναζόμουν ψηλά, με τόση δύναμη και για μια στιγμή θα άγγιζα τον πάναστρο ουρανό, θα γινόμουν ένα με το ηλιοβασίλεμα, θα ήμουν έτοιμος να δύσω.

θα ερχόταν μια νύχτα μεθυσμένη αλλά τόσο αθώα που λες και γεννήθηκε μόνο για σένα και μένα

Δυο σώματα που γίνονται ένα και ακινητοποιούν το χρόνο και τη φθορά του.

δυο βλέμματα που αγκαλιάζονται σε μια πράσινη απόχρωση μέθης



This must be underwater love
The way I feel it slipping all over me


θα ήθελα στο βαθύ μπλε ωκεανό, να κοιτάξουμε παρέα τις πιο απίθανες αντανακλάσεις και τα λαμπιρίσματα του ήλιου κάτω από την επιφάνεια. Να βλέπουμε ανέμελοι τις φυσαλίδες δίπλα μας, όπως θα κατεβαίναμε για να αγκαλιάσουμε ένα μαγευτικό ύφαλο.

Εγώ, εσύ κι θάλασσα, ο ουρανός κι ο ήλιος, το αεράκι, ένα νησί μικρό.


Για μια φορά μόνο ας έλεγες ένα ναι ανάσα μου

και θα τα 'βλεπα όλα καθαρά διαυγή και όμορφα

Θα κοιμόμουν σ' ένα όνειρο όλο χρώματα, εκτυφλωτικό φως και μουσική

Ένα τοπίο, ένα φωτεινό οινοπνευματί τοπίο, μακριά από εδώ να βουτήξω σ' αυτό μαζί σου.

Για να ζήσω μια στιγμή που δεν έζησα, για να πω λέξεις που δε βρήκα, για να δώσω ένα χάδι που ποτέ δεν άγγιξα...

ένα τοπίο τόσο ιδανικό σχεδόν ανύπαρκτο που και το όνειρο φοβάται να σχηματίσει

ένα τοπίο που γίνεται ονειρικό εξαιτίας σου, που εσύ το ομορφαίνεις καρδιά μου

Όμως εσύ δεν είσαι εδώ και ποτέ δε θα ρθεις

Η απουσία σου με κυκλώνει ασφυκτικά, μου στοιχειώνει τη ζωή και με κάνει να καταλαβαίνω ότι δεν υπάρχει τέτοιο τοπίο για μένα. Ποτέ πλέον.

Ποτέ ξανά. Και όσο περισσότερο το σκέφτομαι τόσο πιο άδειος και κουρασμένος νιώθω



e mail




Αγαπημένη μου ....,

θα είμαι ο ονειρικός σου εφιάλτης

η στιγμή που θέλεις να ξεχάσεις

το λάθος για το οποίο ντρέπεσαι

το μαχαίρι στην καρδιά, όταν αγκαλιάζεις τον αγαπημένο σου και ανταλλάζεις όρκους αιώνιας αγάπης

θα πρέπει να γυμνάζεσαι καθημερινά σε ασκήσεις λήθης

Και τότε που θα καταφέρεις να μην υπάρχω, ποτέ να μην υπήρχα, όταν θα πείσεις τον εαυτό σου γι αυτό, πάντοτε θα συμβαίνει κάτι που θα σου τσακίζει κάθε προσπάθεια

μία λέξη, μια ατάκα, ένας μορφασμός, ένα ακάλεστο νέο μου...

δεν υπάρχει, δεν υπάρχει, ποτέ δεν υπήρξε, απλά ήταν ένας στιγμιαίος εφιάλτης, ένα άσχημο ανοιγόκλειμα των ματιών, μια μεθυσμένη αηδία

και τότε είναι που δε θα καταφέρεις να νικήσεις τον πειρασμό να έρθεις εδώ να διαβάσεις σπασμένες κραυγές και βρώμικες κολασμένες ανάσες, και να τρέξεις πανικόβλητη από φόβο, υποσχόμενη ότι ποτέ δε θα το ξανακάνεις

μάταιος κόπος...

θα ξαναέρθεις εδώ

και μ' όση δύναμη αυτή η αλαζονική βεβαιότητα σ' εκνευρίζει και σε πεισμώνει, άλλο τόσο είμαι σίγουρος ότι θα ξαναέρθεις...αργά, γρήγορα δεν έχει καμία σημασία


Και όταν ο χρόνος θα φέρει τις πρώτες άγριες ρυτίδες στο όμορφο προσωπάκι σου, όταν τα πράσινα ματάκια θ' αρχίζουν να θολώνουν από τις ίδιες εικόνες και τα ίδια άδεια πρόσωπα, τότε ξέρεις, θα αρχίζεις να ρωτάς με εμμονή τον εαυτό σου τι θα γινόταν αν, έστω και μία φορά έλεγες ναι...


έστω και μία...

υποθέτω πως ποτέ δε θα μάθουμε
ούτε εσύ ούτε εγώ

ποτέ δεν ξέρεις όμως

Θα θυμάμαι πάντοτε χαμογελώντας, τον τρόμο που σ' έπιανε, όταν έβλεπες την επιμονή μου

ποτέ δε θέλησες να καταλάβεις, ποτέ δε μπόρεσες ν' αντιληφθείς...

χωρίς να το θέλεις έγινα άθυρμα στα χέρια σου

χωρίς να το θέλω έγινες όνειρο στα χέρια μου

χωρίς να το θέλουμε πήραμε ένα σφυρί και διαλύσαμε τα πάντα

την πιο ωραία κουβέντα, το πιο ωραίο χαμόγελο, την πιο γλυκιά ανάσα...

πνιγόμαστε καθημερινά σ' ένα ωκεανό καλών προθέσεων, που ποτέ δεν οδήγησαν στο αυτονόητο

μια ζεστή αγκαλιά, ένα αληθινό φιλί, ένας ανθρώπινος αποχαιρετισμός...

και ξέρεις κάτι;

Μετανιώνω για κάθε αιχμηρή προηγούμενη λέξη, για κάθε κακία, για κάθε μικρότητα, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς

δεν ξέρω για ποιο λόγο, υποθέτω εξαιτίας των ματιών σου, πάντοτε ήμουν και θα είμαι ειλικρινής απέναντί σου...

δεν μπορείς να πεις ψέμματα σε τέτοια μάτια, πίστεψέ με...


Και έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε...στο πουθενά και στο τίποτα

κι ας γνωρίζω ότι κάτω από το βάθρο μου δεν έχω κανένα ενδιαφέρον

Συγχώρεσέ με για όλα, παρόλο που ξέρω ότι δεν μπορείς, γιατί δεν αντέχεις να συγχωρέσεις τον εαυτό σου...

Σου είχα πει, μια κατάρα είναι δεμένη πάνω μου μ' ένα σχοινί που όπου θέλει αυτό με πάει...


Με ειλικρινή αγάπη

. ........ ...


Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

γαμώ τις ζωές όλων μας


ζήσε μαλάκα

Για να δουλεύεις μια ζωή για ένα σπίτι κι ένα αυτοκίνητο (με σύνταξη στα 80)

Για να βλέπεις πως αν φύγεις δε θα νοιαστούν ούτε οι δικοί σου άνθρωποι

Για να ονειρεύεσαι ότι όλα κάποτε θα αλλάξουν

Για να νομίζεις ότι είσαι ο καλύτερος απ' όλους και κολυμπάς στα σκατά από μια παροδική συνωμοσία της τύχης που όπου ναναι θα σου κλείσει το μάτι

Για να βλέπεις τον εαυτό σου να γίνεται όλο και πιο μικρός και νεκρός και ψεύτικος και ανύπαρκτος.


Για να βλέπεις τα ανθρωπάκια να προοδεύουν και να πιστεύεις μέρα με τη μέρα ότι πρέπει να γίνεις σαν αυτούς.

Για να να στουκάρεις σε ψεύτικες σχέσεις, σε ψεύτικες αγάπες.

Για να καταντήσεις να αγαπάς μόνο τον εαυτούλη σου που στο μεταξύ έχει γίνει τόσο μικρός και αστείος αφού τρέφεται καθημερινά με φόβο κι αυταπάτες.

Για να ελπίζεις ότι αυτός ο φόβος της επιβίωσης αύριο δε θα υπάρχει

Για να ονειρεύεσαι ότι θα γίνεις μια μέρα δημόσιος υπάλληλος

για να εκτονώνεις τα νεύρα σου στους αδύναμους, το σάλιο σου στους πλούσιους, καθώς τους γλύφεις και τόσο πολύ τους ζηλεύεις.

Για να ζεις μπροστά σε οθόνες μικρές και μεγάλες

Για να αναλώνεσαι σε αδούλευτα κείμενα, σε σπασμένες κραυγές και βαριά τσιγάρα

Για να μην περιμένεις τίποτα από τη μέρα που θα ξημερώσει

Για να μην μπορείς να πεις στους μισούς που γνωρίζεις ότι είναι αστοιχείωτοι και ηλίθιοι και δεν αντέχεις άλλο να τους ακούς


Για να διοχετεύεις την καύλα σου σε ανίδεα τσουλάκια


Να προσπαθείς, να προσπαθείς και τίποτα να μην πετυχαίνεις, να είσαι πάντα στην αρχή, μόνο στην αρχή.

Για να βλέπεις να σε κοροϊδεύουν μπροστά στα μάτια σου και κανείς να μη λέει το αυτονόητο. κανείς να μη λέει «ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!»

Για να διεκδικείς με βάσιμες ελπίδες τη φωτογραφία σου σε εικονολεξικό, στο λήμμα «αποτυχία»

Και να σκέφτεσαι όλη την ώρα τι στο διάολο δε πήγε καλά με σένα...

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι...

Πόσο αβάσταχτα και ανώφελα μαλάκες είμαστε...

ιλαροτραγωδία της δεκάρας, σαπουνόπερα prime time που λέγεται «ζωή»

Τα νεύρα μου...

Γαμώ τη ζωή μου γαμώ.

Γαμώ τις ζωές όλων μας.

Ξεφτιλιστήκαμε όλοι μας πλέον, μικροί και μεγάλοι, με κάθε δυνατό τρόπο, σε κάθε στάση, πορνό έργο έχουμε γίνει και μάλιστα πρόχειρο, κακοφτιαγμένο,χωρίς σενάριο.

Φτάνει πια.

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Κι δυο μαζί, ποτέ μαζί


Να ακροβατείς σ' ένα σχοινί έχοντας στα χέρια σου μια μπάρα για ισορροπία
Να υπολογίζεις ταυτόχρονα την ταλάντωση του σχοινιού, το δικό σου το βάρος και να κοντράρεις με την μπάρα, νιώθοντας καρφωμένα πάνω σου χιλιάδες αιμοβόρα βλέμματα...


Καταφέρνεις να ισορροπήσεις ανάμεσα σ' ένα εδώ κι ένα εκεί, σ' ένα τώρα και κάποιο τότε, σε μία πραγματικότητα και δύο φαντασίες.

Σφίγγεις τα δόντια, δεν αφήνεσαι, δείχνεις ότι ελέγχεις τον εαυτό σου κι στόχοι σου ξεκάθαροι κι αυτοί και υπολογισμένοι, μικροί αλλά τέλεια οργανωμένοι.

Δεν είναι εύκολο, το ξέρω να κρατηθείς σε όλα αυτά, γιατί έρχονται κάποια ζαλισμένα πυρακτωμένα βράδια που δεν ξέρεις πώς να κρυφτείς από τον εαυτό σου που σε κυνηγάει σα μικρός δολοφόνος και φοβάσαι μην φανερωθείς μην το μάθουν κι άλλοι, το ότι έχεις τόσους εφιάλτες αμφιβολίες και ξαφνικά θυμάσαι με τρόμο το πόσο γελούσες όταν σου έλεγα ότι είμαι έτοιμος να τα τινάξω όλα στον αέρα, ότι σημασία δεν έχει ο χρόνος αλλά το ότι μπορείς αν τολμήσεις να κλείσεις μια αιωνιότητα σε μια στιγμή, μια μοναδική στιγμή...Θυμάσαι;

μικρή αναδρομή.

Λύ-ω, λύ-εις, λύ-ει. Λύ-ομεν, λύ-ετε, λύ-ουσι. Θυμάσαι;

Έ-λυ-ον. Αύξηση, θέμα, κατάληξη...αλλαγή χρόνου. Αλλάζω ρηματικό θέμα, αύξηση, κατάληξη... και νόμιζες ότι και την μικρή καταπράσινη ζωούλα σου τόσο εύκολα θα την μοντάριζες, το περιεχόμενό της σαν απλές επιλογές καταλήξεων...

Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσο απλά έτσι; το ξέρω, το έχω ζήσει...

«όλοι είμαστε δεμένοι σε ένα σχοινί που όπου θέλει αυτό μας πάει»...ούτε αυτό το θυμάσαι;

Για πες μου κατάλαβες πως η ζωή δεν είναι ποτέ ούτε έτσι ούτε αλλιώς ούτε όπως εγώ τη θέλω ή δεν τη θέλω...και κάτσε ακόμα στην αρχή είσαι...

δε διαλέγεις το δρόμο, ο δρόμος διαλέγει εσένα, η διακλάδωση που βλέπεις μπροστά σου, απίθανες συμπτώσεις μορφοποιούν τη μοίρα σου, το τυχαίο, το ασήμαντο και το σημαντικό, μπερδεμένα σ' ένα κουβάρι αρπάζουν τις αδυναμίες σου, τα πολλά σου τα όχι, τα λίγα σου τα ναι, το αίμα και το κλάμα σου και όλα αυτά μαζί σού βγάζουν τη γλώσσα και σε βάζουν στη θέση σου...


Δυσανασχετείς ε; το ίδιο ένιωσα κι εγώ, όταν το κατάλαβα...


Κάτι μικρό από τα πολλά που δεν ξέρεις και ποτέ δε θα αφήσεις να σου πω: Κάποτε πριν λίγα χρόνια, οδηγώντας σε μια στενή εθνική σαν τρελός, παλεύω να ανάψω ένα τσιγάρο από ένα σακατεμένο κινέζικο αναπτήρα. Δε βλέπω το δρόμο, βλέπω την άκρη του τσιγάρου και τις σπίθες του αναπτήρα. το ανάβω, σηκώνω το βλέμμα, έχω βγει από τη λωρίδα μου, πηγαίνω καρφί στο εμβρόντητο απέναντι διερχόμενο αυτοκίνητο , έχω μερικά κλάσματα δευτερολέπτου, το πόδι δεν προλαβαίνει να σηκωθεί από το γκάζι, μόνο μια μικρή ανεπαίσθητη δεξιά κλίση στο τιμόνι...περνώ σύρριζα, ούτε μια τρίχα απόσταση δεν είχαμε, είδα στα μάτια του οδηγού του το τι σημαίνει φόβος, εγώ δεν πρόλαβα να φοβηθώ...

(Όταν έλεγες ότι το τσιγάρο θα με σκοτώσει, αυτό είχες στο μυαλό σου;)

Μερικά κλάσματα δευτερολέπτου...μια σταλιά στιγμή, χάρη στην οποία είμαι ζωντανός και δεν πήρα στο λαιμό μου άλλους ανθρώπους. Ποιος μου έδωσε αυτό το δευτερόλεπτο; Ο Θεός; Η Μοίρα; Ο κινέζικος αναπτήρας; Ποιος μπορεί να απαντήσει με σιγουριά;

εγώ:

κάποιος που λες, μου έδωσε το δευτερόλεπτο αυτό, για να σε συναντήσω , για να δω τα μάτια σου, ν' αναπνεύσω την ανάσα σου,να σε φιλήσω. Κάποιος μου έδωσε αυτό το δευτερόλεπτο για να πυροβολήσω στη συνέχεια την ζωή μου.

Κάποτε κατάφερες να μετανιώνω για το δευτερόλεπτο που μου χαρίστηκε. Τώρα πλέον δε με νοιάζει.

τι μικροί που είμαστε όλοι μας, ωφελιμιστές, εγωιστές τόσο μεγάλοι υποκριτές. Και πόσο ψεύτικα κι ανώφελα προσπαθούμε να εξιλεωθούμε για τ' αμαρτωλά τα βράδια μας (ψιτ, δεν έχει σημασία αν είναι ένα ή πολλά).
Και βέβαια, πάντα έτοιμοι να επιδοθούμε σε καθημερινές ασκήσεις μικρότητας.

Μια ζωή έχουμε να κάνουμε με το θέλω και το πρέπει. Και βρίσκουμε χιλιάδες τρόπους για να εξαπατήσουμε το πρέπει, να κάνουμε το θέλω να του μοιάζει. Ποτέ δε το καταφέρνουμε. Και η κοροϊδία συνεχίζεται για πάντα.

Ο άνθρωπος που εξαπάτησε τον εαυτό του. Αφιερωμένο σε όλους εμάς που η ζωή μας τσακίζεται καθημερινά σ' αυτές τις συμπληγάδες. Η ζωή μας στουκάρει και εμείς, αν έχεις το θεό σου, επιβιώνουμε. άτιμο ένστικτο αυτό. Και φτου απ' την αρχή.


Καυτές φλυαρίες ενός ύποπτου καλοκαιριού που δείχνει τα δόντια του. Ανερμάτιστα λόγια σαν το αφεντικό τους...τι ήθελα να πω, τι ήθελα, ξεχνάω πλέον, όλα μπερδεύονται...


Έχει σημασία; (Για σένα σίγουρα όχι...)

Σημασία έχει ότι εσύ εκεί, εγώ εδώ
εσύ στο πρέπει, εγώ στο θέλω
εσύ στη σιωπή, εγώ στα ουρλιαχτά
εσύ στην απίθανη ισορροπία, εγώ στην καθημερινή την πτώση
κι δυο μαζί σ' ασκήσεις μικρότητας, σ' απατημένες υποσχέσεις
κι δυο μαζί, ποτέ μαζί...κι ας στάζει τόσο αίμα.

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Πουλημένα Τομάρια


Ξέρω κάτι πουλημένα τομάρια που νομίζουν ότι είναι μοναδικοί άνθρωποι.

Ξέρω κάποιους μοναδικούς ανθρώπους που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τον πολύτιμο θρόνο τους και να κυλήσουν σε ένα βούρκο μικρότητας και ματαιοδοξίας.

Γνωρίζω επίσης ανθρώπους όμορφους και γενναιόδωρους, που είναι έτοιμοι να προσφέρουν τα πάντα, αρκεί να αναγνωρίζεται απ' όλους η μεγαλοσύνη τους.

Ξέρω και μερικούς ακόμη που έχουν εθιστεί στο να σκάβουν πληγές στους άλλους, προβάλλοντας το αστείο άλλοθι ότι και αυτοί πληγώθηκαν θανάσιμα και επιβεβαιώνουν τον πασίδηλα ανύπαρκτο εαυτό τους μέσα από τον πόνο που προκαλούν. «Υπάρχω, γιατί είμαι ικανός να κάνω τον άλλον να πονέσει».

Τώρα τελευταία κάνω παρέα με τα μισόλογα κι άλλων ανθρώπων που είναι τόσο ανάπηροι ώστε να μην μπορούν να δεχτούν ούτε μια συγγνώμη ούτε ένα νεύμα ούτε μια αγκαλιά. Αυτοί είναι μεγάλα καθάρματα. Ούτε τον εαυτό τους δεν μπορούν να συγχωρήσουν. Κολυμπούν σε έναν ωκεανό από τύψεις και είναι τόσο ψυχροί δολοφόνοι που θα ησυχάσουν μόνο αν σε πνίξουν σ' αυτόν, για να μην υπάρχουν τα τεκμήρια ενοχής τους. Είναι να λυπάται κανείς την κατάντια τους, ασχολούμαι μαζί τους κάνοντας σπουδή στη διαστροφή τους...

Βέβαια βλέπω και την ίδια εικόνα ανάποδα...όλους εκείνους τους εγκληματίες που έχουν στο τσεπάκι τους μια φθηνή και πουτανίστικη συγγνώμη! Τόσο απλά! Λες και μια λέξη αναιρεί την ενοχή τους...


Θυμάμαι και κάποιους ανθρώπους των μεγάλων σταυρών που σταύρωναν αθώες παιδικές ψυχές βιάζοντάς τες...Πώς θα τιμωρηθούν αυτοί θεέ μου;


Υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που πνίγονται στα όνειρά τους κι αρνούνται το σωσίβιο της πραγματικότητας...Κάποιοι αλαφροΐσκιωτοι εγκλωβισμένοι σ' έναν γυάλινο παλάτι χτισμένο σε άμμο. Ούτε κι αυτοί μ' αρέσουν. Κάνουν πως δε βλέπουν την πραγματικότητα, γνήσιοι στρουθοκάμηλοι, μπερδεμένοι πάντοτε σε μεθυσμένες ονειρώξεις. Δεν είναι ότι απαξιώνουν την πραγματικότητα. Δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν και δε ξέρω κατά πόσο την αντιλαμβάνονται.



Και βέβαια κάπου εδώ ο φίλος του Αναγνωστάκη ο Λαυρέντης...εσύ κι εγώ πόσους Λαυρέντηδες χαιρετήσαμε σήμερα....και τι κάνουμε γι' αυτό; Μάλλον τίποτα.

άθλια μίζερα καθάρματα, μέσα στη μικρότητα και το τίποτά τους, εκτελούν καθημερινά ανθρώπους, ρουφάνε ζωή και όνειρα, σβήνουν ελπίδες, διαλοστέλνουν στην απόγνωση και την τρέλα, δε μετράνε τις παράπλευρες απώλειες, σαπισμένες ψυχές σε ωραία δροσερά σώματα. Ο κόσμος όλος περιστρέφεται γύρω από αυτούς, τους υπολογισμούς και τις επιλογές τους. Δεν έχουν συνείδηση του πόνου που προκαλούν, δεν έχουν συνείδηση του τι κάνουν...


άθλια μίζερα καθάρματα, πουλημένα για τριάντα αργύρια τομάρια...που είμαστε όλοι μας.


Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

από άλλον πλανήτη















ναι είναι αλήθεια,
δεν είμαι απ' αυτόν τον κόσμο. με πέταξαν ορφανό και μόνο να χάσκω ερωτευμένος μπροστά στο αδιανόητο, να ανοίγω ρωγμές, σημάδια θανάτου, να ουρλιάζω απόκοσμα το σπαραγμό μου. ισορροπώ τέλεια στο ξυράφι της τρέλας, κάθε βράδυ κάνω ασκήσεις λογικής, και κει που νομίζουν ότι τις κατάλαβα, με αφοπλιστική παιδαριώδη ευκολία τα τινάζω όλα στον αέρα. ζω για να δω το απίθανο να με κυριεύει. είμαι έτοιμος, πάντα έτοιμος να υπερασπιστώ το μεθυσμένο φόβο κάθε ανθρώπου, να νιώσω λίγη έξαψη για ένα αλκοολικό τίποτα, δίνω μεγάλες χαμένες μάχες γιατί η ήττα με ηδονίζει. μόνο και μόνο για ένα τιποτένιο όνειρο παίρνω αέρινο σφυρί και τσακίζω τα πάντα, βαφτίζομαι σ' ένα γαλάζιο ωκεανό, κάνω παρέα με μια αλλοπαρμένη μοναξιά που σφίγγει την υπομονή της, κάθε μέρα ακούω και μια έκρηξη στο μυαλό μου, εκεί που δουλεύω βλέπω ξωτικά και φαντάσματα να χαζολογούν απέναντί μου, ακούω κάθε στιγμή κι ένα ψέμα απ τον διπλανό μου, μερικές φορές το λέω στο εαυτό μου, μόνος μαζεύω τα ρημάδια συντρίμμια μου, κουμπώνω τον παραλογισμό μου σε ακριβά πουκάμισα, μερικές φορές βουτάω στα δάκρυα για να σβήσω ένα πολύχρωμο όνειρο, όταν με ξεχνάω, με βρίσκω να αγναντεύω στην άκρη του τίποτα τον ορίζοντα του πόνου. και όλα αυτά κάθε μέρα, κάθε μέρα τα ζω, δεν ξέρω αν τα μισώ ή αν τα θέλω, αλλά σίγουρα είναι δικά μου και δεν είμαι ο μόνος, αυτό το ξέρω, το ξέρω καλά.

ζω για μια ημέρα, ζω για μια στιγμή.

η ημέρα αυτή δε θα 'ρθει. η στιγμή δε θα με επισκεφτεί ποτέ

εγώ όμως γι αυτές ζω.

και μέχρι να πεθάνω αυτές θα περιμένω.

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

μουρμουρητό



ζεις κάθε στιγμή χιλιάδες όνειρα
αναλώνεσαι σε ραγισμένες σκέψεις
από μια μεγάλη εικόνα
επιλέγεις
να κλειστείς
στην πιο θολή
λεπτομέρεια
κάνεις το πρώτο βήμα
σε παίρνει μετά
η αβυσσαλέα κατηφόρα
φτάνεις
στον πάτο του μπουκαλιού
που πίνεις κάθε μέρα
και
σχεδιάζεις
πώς θα ανέβεις
αλλά όλο κάτω είσαι
εκεί γυμνός
και μόνος
και ας βλέπεις
κάθε μέρα τόσους
σφίγγεις τα δόντια
βλέπεις ότι οι ανάσες τελειώνουν
και κάθε μέρα
κάθε μέρα
λες θ' αλλάξεις
αλλά στο τέλος
η μόνη αλλαγή
είναι
αυτό που λες
ότι θ' αλλάξεις
κι αυτό συμβαίνει
μια ζωή ολόκληρη
ούτε μπρος ούτε πίσω,
μάλλον πίσω
όλο πίσω
οι ανάσες όμως τελειώνουν
είναι πλέον μετρημένες
και εσύ πρέπει
τώρα να ξεκινήσεις
αλλά καίγεσαι αυτάρεσκα
καμένο χαρτί έγινες
και δεν ξέρω
δεν ξέρω
πώς θα πάρεις
αυτήν την παρτίδα
που
από χαρτάκι έγινε
ρώσικη ρουλέτα
και
μερικές φορές φλερτάρεις
με τη σφαίρα
αλλά
όχι
θα κερδίσεις θα κερδίσεις
όλο λες
και
ξεχνάς
ότι μισείς το τζόγο
και είναι κι αυτά τα λαμπάκια
που βλέπεις γύρω σου
τώρα τα χριστούγεννα
και
ποτέ δε τα χάρηκες
γιατί
πάντα άφηνες κάτι
να λείπει
και αυτό
έγινε η μυρωδιά σου
όλο κάτι
λείπει
ρε γαμώτο
και κάθε φορά
που νιώθεις
έτσι
η καρδιά σου
χτυπάει
δυνατά
πολύ δυνατά
τραντάζει
το σώμα σου
αλλά
ποτέ δεν μπόρεσες να κάνεις
κάτι άλλο

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

οργή, βιαστική και πρόχειρη




Σκοτάδι, απόλυτο σκοτάδι.


Μόνο δυο σπασμένες ανάσες υπήρξαν σ' αυτόν τον κόσμο. Μετά δεν άντεξαν και αυτοκτόνησαν.

Δεν άντεξαν να δουν μαζί ούτ' ένα ηλιοβασίλεμα, δεν άντεξαν να αντικρίσουν η μια την άλλη, έφυγαν τρελές και φοβισμένες στην τέλεια προκάτ μικρή κι ανώφελη ζωούλα τους.

Φοβήθηκες -το ξέρω- μήπως χαλάσω τα μικρά τετραγωνάκια σου που με τόσο κόπο οργανώνεις 20 χρόνια τώρα. Μάλλον δε έχεις άδικο, αλήθεια είναι ότι παραλλάσσω τα σχήματα.

Που είσαι ανάσα μου, που είσαι; δε βλέπω, όλα έχουν σκοτεινιάσει...

δε βλέπω αλλά ακούω το σφυγμό σου, δε βλέπω αλλά νιώθω τη ζεστασιά σου...κάπου εδώ γύρω είσαι αλλά δεν τα καταφέρνω, δεν τα καταφέρνω...

Θεέ μου βοήθα με λίγο...

Θεέ μου βοήθα με λίγο να ξυπνώ και να μην τρομάζω.

Ψυχή σαν θηρίο έχω, δεν το βάζει κάτω, όλο βογκάει και βρίζει φτύνοντας στα μούτρα την ηρεμία που της προσφέρει ο θηριοδαμαστής χρόνος.
Δεν το βάζει κάτω, δεν το βάζω κάτω, υποθέτω πως αν μπορούσα αυτή τη δυναμική να στρέψω κάπου αλλού θα ήμουν συνέταιρος, πεζέταιρος του Αλέκου.

Άσε μας ρε Χρόνε στην κατάθλιψή μας, στο μίσος και το πόνο μας. Πρεζόνι του ναρκωτικού σου εγώ δεν πρόκειται να γίνω. τον πόνο μια ευχάριστη στρογγυλεμένη ανάμνηση δεν κάνω.

Εγώ είμαι εδώ, σφυρίζω - τραγουδώ, πληγωμένος κι επικίνδυνος.

Τώρα πλέον δεν μπορώ καν να σε σχηματίσω στο μυαλό μου.
Έγινες αυτό που φοβόμουν, ανάσα μου, που τό 'ξερα απ' την αρχή πως θα γινόσουν.Μια θολή φωτογραφία αρωματισμένη με αλκοόλ και αίμα.

αλκοόλ και αίμα...


Ξέρεις, ας με μιλούσες κι ας μ' έβριζες. Κανένα πρόβλημα...έστω μια κουβέντα, ένα νεύμα.
Τίποτα...

Ούτε αυτό κάνεις. επιλέγεις τη σιωπή ως απάντηση στ' απόκοσμα ουρλιαχτά μου. Ούτε να με βρίσεις δεν καταδέχεσαι. Κατάφερες να πείσεις τον εαυτό σου ότι είμαι ένα τίποτα, ένα κενό χρόνου, υπολογίζεις ότι η ζωή σου έχει ένα κενό πέντε ωρών.

Είμαι ένα τίποτα λοιπόν, τελεσίδικα, κάτι που δε θυμάσαι.
Ένα τίποτα έτοιμο να γίνει καπνός τσιγάρου, συννεφάκι μικρό σε έναν κόκκινο χαρούμενο ουρανό όλο ψέμα.

Σκοτάδι, απόλυτο σκοτάδι.
Συνεχίζω να ψηλαφίζω για να μην πέσω, παραπατάω, πιάνομαι απ' το πουθενά και ευτυχώς κρατιέμαι...

Πήρα τη θέση που κατάντησες για μένα.

Σου είπα κάποτε ότι είσαι το πιο ψηλό βουνό μου.
Και εσύ για να μη χαλάσεις τα τετράγωνά σου, μ' έστειλες αδιάβαστο, μόνο μου στην πιο σκοτεινή κορφή του κόσμου. με σφράγισες σ' ένα ανάποδο Π.
Φοβάμαι εδώ μέσα μόνος μου.


Σκοτάδι, αναπνέω σκοτάδι, μυρίζω σκοτάδι, όσο άρωμα κι αν βάλω...

Μερικές φορές μ' αρέσει βέβαια, γιατί αρχίζω και φοβάμαι το φως σου, αρχίζω και βολεύομαι εδώ μέσα, νιαουρίζω και κλαίω και στρογγυλοκάθομαι, αρνούμενος οποιαδήποτε βοήθεια...

Τις περισσότερες όμως θυμώνω...
όχι αναγκαστικά με σένα...εσύ διακτινίζεσαι ανάσα μου, με ασύλληπτη ταχύτητα σ' ένα τίποτα πιο μεγάλο κι απ' αυτό που έχτισα εγώ τριάντα χρόνια τώρα.
και οδεύοντας προς το τίποτα, τίποτα δεν μπορεί να σε σταματήσει. τι χαρά που θα κάνεις βλέποντάς το. μια ζωή μετά θα συμμαζεύεις και θα τακτοποιείς.

Σου εύχομαι να τα καταφέρεις, ελπίζω να τα καταφέρεις.

«σπασμένη ανάσα μου, το πιο ψηλό βουνό μου...»

Μου σύστησες άθελά σου το σκοτάδι, μ' έβαλες σε μια περιπέτεια που δε βλέπω, απλά ψηλαφίζω. Και σ' ευχαριστώ, γιατί σ' αυτό το πιο άγριο το γκρέμισμα, με διακρίνω με πρωτόγνωρη διαύγεια -κι ας έχει τόσο σκοτάδι-

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Λαβύρινθος


Λαβύρινθος

Μου αρέσουν οι μυρωδιές του καλοκαιριού, μου φαίνονται σαν διεγερτικά μνήμης, με εκτοξεύουν και με κάνουν να συναντώ τις πιο γενναίες μου τις ήττες. Μ' αρέσει κυρίως ο τρόπος που το κάνουν...μιλάς πχ για τη δουλειά και πώς θα μαζέψεις αυτά που σε χρωστούν και «κρακ!», το άρωμα από ένα γιασεμί σε πετάει χύμα μέσα σε μια εικόνα χρωματιστή, όπου να σου εσύ μικρό παιδί να κάνεις νυχτερινές βόλτες με το ποδήλατό και τους φίλους σου, σε μια στρόγγυλη πανέμορφη πλατεία.

Ποιος ζωγράφος θα μπορούσε να μου αποδώσει χειροπιαστές εκείνες τις εικόνες;
Πληρώνω όσο όσο.

Ζω με τις αισθήσεις μου , είναι το εισιτήριο σ' ένα κόσμο που δεν υπάρχει και απ' ό,τι φαίνεται ποτέ του δεν υπήρξε.

Γιατί το Τότε, μόνο στο ξεθώριασμα της ανάμνησης φαντάζει τόσο ωραίο.

Είναι περίεργο το μυαλό, κάνει το χτες πάντοτε καλύτερο, σιχαίνεται το τώρα.

Το χτες όμως κάποτε και αυτό ήταν ένα Τώρα που το μυαλό σου πάλι αβυσσαλέα το μισούσε...

Λατρεύουμε κάτι μόνο όταν γίνει Χτες.

Περιμένουμε να αγαπήσουμε το παρελθόν, πολύ περίεργο αλήθεια...

Και όχι μόνο το αγαπάμε, αλλά θέλουμε σαν τρελοί όλοι πίσω, εκεί ξανά αγκαλιασμένοι να βρεθούμε.

Εκτός και αν εσύ δεν επιθυμείς να συναντηθείς με τον παλιό τον άδοξο τον έρωτά σου.

Και όσες φορές και αν το έκανες πάντα η ίδια ήττα σου χιμάει.

Το χτες δεν μπορεί να γίνει τώρα. Μην το κουράζεις άδικα. Κράτησε το στις δύσκολες ώρες.

«
Θυμήσου, θυμήσου μωρό μου, σου είχα χαρίσει ένα κίτρινο βιβλίο, μια ανοιξιάτικη μεθυσμένη μέρα, μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα, όπου όλα λες και υπήρχαν για μας και καμιά έγνοια δε συννέφιαζε το βλέμμα μας. Θυμήσου εκείνα τα λεπτά, θυμήσου την πόλη μας και το νησί μας και ότι δεν δίναμε δεκάρα πως ήταν Κυριακή απόγευμα και αύριο Δευτέρα».

Η μνήμη σου. Το πιο γρήγορο και επικίνδυνο όχημα που στουκάρει πάντοτε στο αδιέξοδο του Τώρα.

Λαβύρινθος η μνήμη, αυλάκια ύποπτα μπροστά σου δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις.

Όλα συμπλέκονται, όλα μπερδεύονται γλυκά κι απίθανα, δεν μπορείς να βγάλεις άκρη.

Και όταν βάζεις τα κλάματα, επειδή δεν σ' αντέχεις άλλο, τρέξε για να θυμηθείς, να νοσταλγήσεις, να κλειστείς σ' «
ένα Εσύ που δεν υπάρχει».

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Το Τέλος, Η Κάθαρση και ο Φίλος μου ο Τέλης




Από που να ξεκινήσω και που να τελειώσω;

Ποια είναι η αρχή και ποιο το τέλος;

Τέλος, τελικά, τελειωμένος, «μωρό μου τελειώνω», τελικός σκοπός, τελική λύση, τετέλεσται, τέλη κυκλοφορίας, ο φίλος μου ο Τέλης, αυτό το ύπουλο φίδι...

«Τελικά, τι έγινε;», σε ρωτά ο Χ, ο Ψ, ο Δείνα... λες και όλοι θέλουν να παρακάμψουν την ιστορία και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το τέλος της. Το τέλος προφανώς είναι μια ανακούφιση για όλους, η ψευδαίσθηση ότι έμαθες το τελικό γεγονός, για να μην αναπτύξεις ενοχικά σύνδρομα άγνοιας.

Θέλουμε το τέλος, γιατί ζητάμε μία κάθαρση, γρήγορη κάθαρση -εδώ και τώρα-, όπως μας έμαθαν τα παραμύθια.

Όμως η ζωή δεν είναι παραμύθι και πολύ περισσότερο δεν ξεπλένεται με αριστοτελικές καθάρσεις.


«Το τέλος μίας σχέσης». Ταινία αισθηματική, με τίτλο ίντριγκα και εξασφαλισμένη επιτυχία. Ποιο διεστραμμένο μυαλό βρήκε αυτό τον τίτλο; Δεν ξέρω καμία ταινία με το όνομα «η αρχή μιας σχέσης» ή ακόμα καλύτερα, το «μεσοδιάστημα μιας σχέσης».

Το θέμα είναι να ανακαλύψεις ότι ορισμένες ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ...
Μπορεί να ξεχνιούνται, μπορεί να θάβονται, αλλά ξαφνικά εμφανίζονται μπροστά σου «σα να μην πέρασε μια μέρα»...

«κάθε τέλος, μια νέα αρχή», λέει ένα εύκολο ρητό, για εύκολους ανθρώπους, με εύκολες ζωές...

Η δική μου η ζωή όμως δεν εύκολη. Την κάνω όσο μπορώ δυσκολότερη, γιατί είμαι δύσκολος άνθρωπος.

Και έτσι δυσκολεύομαι να παραδεχτώ «ότι όλα τελείωσαν» και πολύ περισσότερο να αναζητήσω μια νέα αρχή. Βασικά δε θέλω ούτε τέλη ούτε αρχές, είναι αρκετά τα χρέη μου έτσι και αλλιώς.

Μήπως τελικά μας αρέσουν τα όνειρα, γιατί τα περισσότερα κόβονται απότομα στη μέση, χωρίς τίτλους τέλους;

Υπάρχει βέβαια και η «επική» διάσταση του πράγματος...δυσκολεύεσαι να παραδεχθείς το τέλος, γιατί θεωρείς ότι ακόμα παίζεται το παιχνίδι...ότι έχεις μία πιθανότητα, μια ευκαιρία, και εσύ νικάς, ω του θαύματος, νικάς τις δυσοίωνες προβλέψεις. όπως ακριβώς συμβαίνει στις ταινίες. Και μόνο στις ταινίες...

Κακώς πάει προς τα εκεί το θέμα, γιατί αναγκαστικά έρχεται μια λέξη που το τελευταίο καιρό είμαι άσχημα μαλωμένος μαζί της. Η Ελπίδα. Όταν η Πανδώρα άνοιξε το κουτάκι της και ξεχύθηκαν τα κακά στον κόσμο, αυτό που έμεινε στο βάθος ήταν λέει η ελπίδα...την περίπτωση δηλαδή η Πανδώρα να είχε μυωπία, γιατί δεν την υπολογίζουμε ποτέ;

Αναρωτιέμαι λοιπόν τώρα τι ήθελα να πω...ότι σημασία έχει η διαδρομή και όχι το τέλος; Αποκλείεται, γιατί έχω βαρεθεί τον Καβάφη λόγω επαγγέλματος...

Άρα τι;

Αδιέξοδο.

Ανέλπιδη προσπάθεια. Φαντάζεσαι να έγραφα τελική προσπάθεια;

Το μόνο που θέλω να πω είναι ότι δεν υπάρχει τέλος σε πράγματα που τα κρατάμε ζωντανά, που τα ζούμε στο επίπεδο της μνήμης, της συνείδησης και του ονείρου. Οι ιστορίες της ζωής μας θλιβερές ή ευχάριστες είναι καταδικασμένες να ζουν συνεχώς, χωρίς τέλος, ασταμάτητα, αδιάλειπτα. Οι σχέσεις μας δεν έχουν τελειώσει, όσο για μια στιγμή επιστρέφουμε σε ένα βλέμμα, σε ένα φιλί, σε ένα καυγά. Οι νεκροί μας δεν έχουν τελειώσει, είναι ζωντανοί μέσα μας, ζουν στη μνήμη μας, υπάρχουν. Και θα υπάρχουν για πάντοτε. Συνοδευόμαστε από φαντάσματα εμπειριών που δεν φτάνουν ποτέ στο τέλος. όσο υπάρχουμε, τίποτα δεν έχει τελειώσει, δεν υπάρχει τέλος, ούτε συμβατικό ούτε ασύμβατο.

Αυτό βέβαια δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό. Το μόνο που ξέρω είναι πως κουβαλάμε ιστορίες ζωντανές που δεν έχουν φτάσει στο τέλος τους, γιατί πολύ απλά τέλος δεν υπάρχει.

«Πάσα ψυχή αθάνατος εστί». Άρα, θα τις κουβαλάμε και όταν βλέπουμε τα πράγματα από ψηλά...

Έτσι, όταν ακούω ανθρώπους να θέλουν να ξεχάσουν, πάντοτε συγκινούμαι...
Ο μοναδικός τρόπος για να ηρεμήσει κανείς είναι να ξεχάσει. Να ένα τέλος. το μοναδικό τέλος. Η ΛΗΘΗ. ό,τι δεν το ξεχνάμε δεν έχει τέλος...

Κάτι, μπορεί να έχει τελειώσει αλλά εμείς επιμένουμε να το κρατάμε ζωντανό, θα μου πεις. Ναι, αλλά κάτι που είναι ζωντανό αναγκαστικά δεν μπορεί να έχει τελειώσει, θα σου απαντούσα....

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Η πραγματικότητα



Η πραγματικότητα βιώνεται διαφορετικά από τον καθένα. Εξαρτάται από μία σειρά εσωτερικών και εξωτερικών συνιστωσών. Και επειδή ακριβώς κάθε πραγματικότητα του καθενός είναι ξεχωριστή αλλά αναγκαστικά συμβιώνουμε, οι διαφορετικές πραγματικότητες αποτελούν υποσύνολα, ανάμεσα στα οποία μπορούν να υπάρξουν είσοδοι μεταπήδησης από τη μία στην άλλη. Θέλω να πω δηλαδή ότι κάποιοι μπορούν να αντικρίσουν τη δικιά μου πραγματικότητα, αν τους αφήσω και βέβαια και εγώ μπορώ να αντιληφθώ τη δικιά τους, αν βέβαια και αυτοί κάνουν το ίδιο…


Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα του άλλου, ως κάτι καθ’ αυτό διαφορετικό, δηλαδή σαν ένα υποσύνολο διαφορετικό από το δικό μας, με άλλους κανόνες και άλλη λογική ή αν προσπαθούμε να το ερμηνεύσουμε με βάση τη δική μας πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα λέει ότι ελάχιστες φορές έχουμε τη γενναιοδωρία ψυχής να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα η οποία είναι τόσο αληθινή όσο και η δική μας. Συνήθως ο αξιακός μας κώδικας μας οδηγεί στο να αποδεχτούμε έναν άλλο κόσμο που σε γενικές γραμμές είναι ίδιος με το δικό μας και εύκολα αποκηρύσσουμε κάποιον κόσμο που απλά είναι διαφορετικός.


Μετά λοιπόν από αυτή τη θλιβερή διαπίστωση που ισχύει περισσότερο ή λιγότερο για όλους μας, θα ήθελα να παραμετροποιήσω τις συνθήκες που δημιουργούν αυτό που λέμε πραγματικότητα. Βέβαια θα ήταν πιο σωστό να ορίσουμε το τι είναι πραγματικότητα. Θα λέγαμε ότι η πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή ως η κοινωνική, πολιτική, συναισθηματική και ιδεολογική ζωή ενός ανθρώπου που τείνει νομοτελειακά πάντοτε προς το μέλλον. Δεν βιώνουμε αυτό που είμαστε αλλά πάντοτε αυτό που θα είμαστε σε ένα μήνα, σε ένα χρόνο. Είναι αυτό που λέει ο Γάλλος υπαρξιστής ότι η ζωή μας είναι πάντοτε ένα πλέγμα προσδοκιών…βέβαια για να κάνουμε τη δεύτερη απαισιόδοξη παρατήρησή μας, ελάχιστοι αντιλαμβάνονται ότι αυτό που προσμένουν να ζήσουν στο μέλλον , το ζουν στο παρόν τους, χωρίς να το αντιλαμβάνονται…το «θα» είναι πάντοτε ένα αέναο παρόν.


Η τρίτη θλιβερή παρατήρηση είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς δεν είμαστε ευχαριστημένοι από την πραγματικότητα που βιώνουμε…όλοι μας γενικά και αόριστα θέλουμε να την αλλάξουμε, δεν είμαστε ικανοποιημένοι από την οργάνωσή της και από τη δομή της. Εύκολα αποκηρύσσουμε την άδικη κοινωνική πραγματικότητα, τη συμβατική συναισθηματική και ηθική μας πραγματικότητα, αλλά ελάχιστοι κάνουμε κάτι για να την αλλάξουμε.


Αλήθεια, γιατί δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητά μας; δε θέλουμε ή δεν μπορούμε; ή και τα δύο μαζί;


Ζήτημα θέλησης δεν τίθεται˙ όλοι θέλουμε να αλλάξουμε τη ζωή μας σε κάτι καλύτερο και μάλιστα είμαστε έτοιμοι να κάνουμε και γενναίες φιλότιμες προσπάθειες για να το πετύχουμε. Το αποτέλεσμα όμως είναι αποθαρρυντικό.


Νομίζω ότι ο κυριότερος λόγος της αποτυχίας μας είναι ότι δεν αντιλαμβανόμαστε ακριβώς το τι σημαίνει πραγματικότητα και προχωρούμε σε μια σειρά επιδερμικών βελτιωτικών κινήσεων που όμως μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα διαφθείρονται και παύουν να ισχύουν. Λέμε ας πούμε ότι δεν μας αρέσει η δουλειά μας, την αλλάζουμε και δε συνειδητοποιούμε ότι και η επόμενη δουλειά μας είναι δομημένη με τον ίδιο τρόπο. Δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τη σχέση μας, την (αντ)αλλάζουμε αλλά και σε αυτήν τη νέα επέρχεται γρήγορα η ίδια φθορά…βέβαια ο θυμόσοφος λαός λέει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ευχαριστημένος με τίποτα αλλά δεν είναι επί της παρούσης να αναφέρω πόσες ακόμα μπούρδες λέει ο θυμόσοφος λαός μας…


Το ερώτημα όμως παραμένει σκληρό και αμείλικτο….


Μπορεί κάποιος να αλλάξει την πραγματικότητά του;


Και αν ναι, ποιο είναι το κόστος αυτής της αλλαγής;


Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

στον πόλεμο που σ' έστειλε η ελπίδα


Πολύ αργά για δάκρυα, πολύ αργά για υπεκφυγές.

Πολύ αργά για να ξεκινήσω από την αρχή, να ψάξω νέους δρόμους.
Αυτή είναι η γειτονιά μου. με διάλεξε, τη διάλεξα δεν ξέρω, παρέα πάμε αγκαζέ και όπου μας βγάλει πλέον.

Ένα χαζό αστείο, μια καρικατούρα, μια ανέλπιδη ευχή, όλη μου η ανάσα.

Τι κρίμα να βλέπεις το χάλι σου και τη ευτυχία να τ' αγαπάς γιατί είναι δικό σου.

Μην αφήνεις το καιρό να περνά πιστεύοντας ότι αύριο θα ξημερώσει μια διαφορετική μέρα. το δοκίμασα, δεν πιάνει. Απλή συνωμοσία της ρουφιάνας της ελπίδας που εγώ προσωπικά θα εκτελέσω, αν τύχει και βρεθεί μπροστά μου.

οπότε εδώ, παρέα με το τώρα μας. τέρμα το σάλτο σ' ένα μέλλον που δεν υπάρχει.
το Εδώ και το Τώρα. απέκτησες καινούργιους φίλους. πάντα δίπλα σου ήταν αλλά εσύ έκανες πως δεν τους έβλεπες. Τα γένια σου άσπρισαν και εσύ ακόμα αλαφροΐσκιωτος δηλώνεις.

Καλύτερα να τα ξεχάσεις όλα αυτά. θα σου φύγει ένα βάρος. θα δεις επιτέλους τον καθρέφτη. θα αγαπήσεις τις απώλειες σου.

Σαν να γυρίζεις ματωμένος βετεράνος απ' τον πόλεμο που σ' έστειλε η ελπίδα. και στα χαρακώματα έμαθες πως η ελπίδα πέθανε ή ακόμα καλύτερα ποτέ της δεν υπήρξε...

και λοιπόν;

είναι καλύτερα έτσι.

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Χτές Σήμερα Αύριο

Χτες Σήμερα Αύριο
Κλείνομαι σ' ένα Εσύ που δεν υπάρχει

Χτες Σήμερα Αύριο
ζω για μια στιγμή που δε θα 'ρθει

Χτες Σήμερα Αύριο
κοιτάζω αποσβολωμένος τον απολιθωμένο κόσμο
τρομάζω και κλείνω τα μάτια
μερικές φορές δακρύζω κάνοντάς το
παράδοξες οπτασίες απέναντί μου
κάνω βουτιά σ' ένα παράλογο κενό
αφήνομαι, αφήνομαι, ανατριχιάζω
ώσπου μια ερώτηση με κάνει να πεταχτώ
«τους λογαριασμούς τους πληρώσαμε;»
έχω τόσους λογαριασμούς ανοιχτούς -δεν κλείνω κανέναν- δεν μπορώ

Το μέλλον μου σκοτεινό και άδηλο, εντελώς αλογάριαστο
το μυαλό μου παίρνει μια μουσική για παρέα, κατηφορίζω στη δουλειά
συνοφρυώνομαι, φοράω ένα δήθεν σοβαρό πρόσωπο και ξεκινάω
μπλέκονται στα πόδια μου εφηβικές εξάρσεις και εκστάσεις, ενίοτε εντάσεις, θα με κάνουν να πέσω καμιά φορά
και μετά βαριέμαι, συνέχεια τα ίδια λέω, κουράστηκα να μ' ακούω
και περιμένω να πάρω την ανηφόρα
να φτάσω στο σπίτι, να κλειστώ σ' ένα ανύπαρκτο Εσύ
να κολυμπήσω σε μια αβυσσαλέα τρικυμία

Μπαίνω και βγαίνω σε δύο κόσμους
σε κανέναν δεν ανήκω, ξένος είμαι και στους δύο
ένας κανονικός που δε μου αρέσει και ένας ανύπαρκτος που με φοβίζει
ξεχνάω ποια είναι η άφιξη και ποιο το τέρμα
τρέμω μη μείνω καμιά φορά στη μέση, μετέωρος στο πουθενά
στο χτες, στο σήμερα, στο αύριο

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

πισωγυρίσματα




άφησα την ελπίδα μου να κοιμάται και ήρθα εδώ βραδιάτικα, να δω τα χέρια μου να ψάχνουν στα τυφλά, πλαστικά κουμπάκια για να φτιάξουν λέξεις.

άφησα την σκέψη μου στον άμοιρο θάνατό της και έφυγα μακριά, γιατί πεθύμησα ελευθερία

άφησα τον πόνο μου να τρέξει, για να τον μαζέψει ένας καλλιτέχνης που σμιλεύει ωραία μπιμπελό με λέξεις

άφησα τον εαυτό μου κάπου έξω στο κρύο για να εξισορροπήσει την εσωτερική του θερμοκρασία.

άφησα τα πράγματα να μείνουν όπως είναι, γιατί κατάλαβα πως κάθε αλλαγή κρύβει κι έναν εφιάλτη.

άφησα τις μεταφορές και τις εικόνες, γιατί με ζαλίζουν τον έρωτα όλο και πιο πολύ. όλο πάω να τις καταλάβω αλλά στο τέλος πάντα γίνεται κάτι και μπερδεύω το μίτο τους.

άφησα ξανά και ξανά τον εαυτό μου να ξεχαστεί αλλά δε μου κάνει τη χάρη.

άφησα τον εαυτό μου στο θρήνο του και τον σιχάθηκα


άφησα τον εαυτό μου να γίνει απόκληρος αλλά μόνο στην σκέψη ποτέ στην πράξη.


άφησα τον εαυτό μου να παρασύρεται και να βουλιάζει να βουλιάζει, ενώ φοβάται τη θάλασσα...

Και μετά από τόσες ρίψεις και αφήματα, ένιωσα ελαφρύς σαν πούπουλο, σαν φύλλο...

αλλά και πάλι ούτε αυτό δεν μπορούσα να αντέξω. γύρισα πίσω γρήγορα και τα μάζεψα πάλι όλα πίσω.

Γιατί χωρίς αυτά δεν μπορώ να δω την αυγή της ημέρας.

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

Γιατί όλοι είμαστε παιδιά και παιδιά θα μείνουμε πάντα




ένα μήνυμα, ένα τόσο δα μήνυμα τριών λέξεων είναι ικανό να πυροβολήσει τη ζωή σου.

ένα άγγιγμα και μια ανάσα μπορούν να γίνουν οι καθημερινοί δυνάστες σου, η κόλαση και η τιμωρία σου.

ένα βλέμμα, θεέ μου ένα υγρό βλέμμα μπορεί να γίνει το πιο τρελό και απίθανό σου όνειρο.

μια μυρωδιά, μια ανεπαίσθητη ευωδία μπορεί για δευτερόλεπτο να σε ταξιδέψει στη πιο γλυκιά κι αθώα ηλικία.

μια φωτογραφία, μια εικόνα καρφώνεται στη καρδία σου και την κοιτάς, την κοιτάς και βουλιάζεις μέσα της και επιθυμείς να ξαναζήσεις τη στιγμή που έφυγε και δεν κοιτάει πίσω.

Μια ελπίδα, μια μικρούλα ελπίδα γίνεται παράθυρο για σένα φωτεινό που όλο το ψάχνεις και πάντα σου ξεφεύγει

μια αγκαλιά, μια ζεστή αγκαλιά που θέλεις να τρυπώσεις μέσα, όταν πολεμάς με τα ψέμματα και τους λογαριασμούς...

Πώς είναι δυνατόν ο κάθε άνθρωπος να επιθυμεί κάτι άλλο από αυτό που έχει; Πώς είναι δυνατόν;

και κάπου εκεί ακούγεται και μια γλυκιά φωνούλα που λέει «μπαμπά σ' αγαπάω μέχρι το θεούλη» και τότε διαλύεσαι εντελώς, τελειώνεις.

και μια μουσική συνέχεια μέσα στα αυτιά σου, μέσα στο μυαλό σου, πέντε νότες όλες κι όλες που σου δίνουν κουράγιο ή άλλοτε σε παγιδεύουν σ' ένα άλλο χωροχρόνο που υπάρχει μόνο για σένα και κάποιον άλλον.

και κοντά σε όλα αυτά η μνήμη, ανεξάρτητη, αδέσμευτη...μια από εδώ και μια από εκεί, πάει όπου θέλει, θυμάται ό,τι νά 'ναι και συνήθως την πιο ακατάλληλη στιγμή...σου βγάζει τη γλώσσα και σε κοροϊδεύει.

υπάρχουν όμως και κάποιες άλλες στιγμές που μετανιώνεις για τη μικρότητά σου, για τα πλαστικά σου όνειρα και λες «μπορώ κι εγώ να κάνω κάτι», για το μικρό παιδί που απέναντι πεινάει ή για τ' άλλο που τρώει ξύλο από τη μάννα του και στο φινάλε πρέπει να κάνω κάτι που να είμαι περήφανος γι' αυτό.

Γιατί υπάρχουν στιγμές που ο ήλιος έχει τη σημασία του, που καταφέρνει να νικήσει το σκοτάδι, αρκεί να το πιστέψεις, αρκεί να το νιώσεις.

Και τότε το χαμόγελό σου έχει σημασία, είναι αληθινό, είναι ολότελα δικό σου, δε στοχεύει να πλανέψει κάποιον.

αρκεί να το πιστέψεις, αρκεί να το πιστέψεις, αρκεί να δεις το φως, αρκεί να ταξιδέψεις δεμένος στην ακτίνα του.

Μη σταματάς να ελπίζεις, μη σταματάς να είσαι άνθρωπος, μη σταματάς να λες ότι αύριο θα τα πάω καλύτερα, σήκω πάνω κι ας είσαι τσακισμένος, βγάλε το γινάτι σου, χαμογέλα στη ζωή, γιατί η ζωή είναι ωραία, όταν δίνεις το χέρι σου σε κάποιον, όταν κερδίζεις το χαμόγελο ενός παιδιού.

Γιατί όλοι είμαστε παιδιά και παιδιά θα μείνουμε πάντα, γιατί όλη αυτή η κακία είναι μόνο μία γλίτσα που μπορούμε να τη βγάλουμε.

Γιατί είμαστε άνθρωποι ρε γαμώτο και δεν πρέπει να το ξεχνάμε


Γιατί είμαστε άνθρωποι...

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Σεπτέμβριος Κύκλος


Και είναι που η ζωή συνεχίζει έτσι απλά
Κι ο καιρός αλλάζει διαθέσεις
Κι εγώ ανάβω ένα πικρό τσιγάρο
Και κάνω μια στάση το Σάββατο να πάρω μια ανάσα
Να θυμηθώ ότι περιμένω
Και όλο περιμένω
Να με δω να γελώ
Να πιστεύω σε κάτι
Να ανεβώ στο πιο ψηλό βουνό για να φωνάξω δυνατά
Να πετάξω τα παλιά μου ρούχα


Επειδή όμως μόνο περιμένω
Έχω εθιστεί στο «περιμένω»
Και ξεχνώ να ζω, επειδή περιμένω
Και όλο ελπίζω, όλο ελπίζω
Ότι η ζωή μου θα ξεκινήσει απ' αύριο, από Δευτέρα
Όμως το ραντεβού το χάνω κάθε μέρα

Και είναι που η ζωή συνεχίζει έτσι απλά
Κι ο καιρός αλλάζει διαθέσεις
Κι εγώ ανάβω ένα πικρό τσιγάρο...

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

πληγωμένες λαμαρίνες



άρχισε πλέον να νιώθει ήρεμος. και αυτό είναι κάτι που τον ανησυχεί.
είναι έτοιμος να ξεχαστεί. να ξεστομίσει ότι τελείωσαν όλα.
ο χρόνος -αυτός ο ρουφιάνος- πληρώθηκε αδρά και θάβει τον πόθο του, αργά και ανεπαίσθητα.
ασχολείται πλέον με τη ρουτίνα του, νιώθει τυχερός που έχει το Σάββατο ελεύθερο χρόνο.
υποχρεώσεις και δραστηριότητες.
έγραψε και την κόρη του στο μπαλέτο.
αρχίζει πάλι -μερικές φορές- να χαμογελάει.
κάνει σχέδια για το μέλλον.
τίποτα σπουδαίο αλλά μπορεί να σκέφτεται το αύριο, την επόμενη μέρα.
ο σπαραγμός και πόνος δεν τον επισκέπτονται σε καθημερινή βάση.

Tο μεσημέρι πήρε και το λαβωμένο αμάξι του με νέες φρέσκιες λαμαρίνες.
ο τεχνίτης -γνωστός του αδελφού του- έφτιαξε όσο μπορούσε τις τσακισμένες σάρκες του οχήματος.
-έκανα ότι μπορούσα, δε γινότανε καλύτερο δικαιολογήθηκε.
και όντως έκανε καλή δουλειά, από μακρυά που το έβλεπα δε φαινόταν τίποτα.
πλήρωσε και ευχαρίστησε.
στο γκαράζ του σπιτιού όμως είδε την πληγή προσεκτικά.
έσκυψε και παρατήρησε μικρά μικρά σημάδια και ρυτίδες, βαθουλώματα που κραύγαζαν τα ελαττώματά τους.
στεναχωρήθηκε λιγάκι. Τον κατάλαβε ο αδελφός του.
- τα σημάδια θα είναι πάντοτε εκεί, δεν μπορούν να φύγουν. απλά τα συνηθίζουμε και κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε.
δεν κατάλαβα αν μιλούσε για τις λαμαρίνες.
κοίταξε τον αδελφό του αποσβολωμένος, δεν το περίμενε. έχεις δίκιο απάντησε.

ανέβηκε στο σπίτι. Ξάπλωσε δίπλα στην κόρη του. έκλεισε τα μάτια.
δεν μπορούσε να κοιμηθεί. η φράση κύκλωνε το μυαλό του...τα σημάδια είναι πάντοτε εκεί, απλά κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε...
έχασε το κουράγιο του, απελπίστηκε και πάλι.
είχε την αίσθηση ότι τώρα που έβγαινε από την τρύπα του πόνου που τον ρούφηξε ένα καλοκαίρι, θα ήθελε πολύ ν' αφήσει τα χέρια και να ξαναπέσει μέσα, να φτάσει πάλι στο πυθμένα. να αφεθεί στην έντασή του, να περιχαρακωθεί στη μοναξιά που γενναιόδωρα του πρόσφερε τρεις μήνες τώρα.
εκείνος ο πόνος, εκείνος ο πόνος που έμαθε να τον αγαπάει σε σημείο που δεν ήθελε να τον αφήσει. γιατί πίστευε -καλώς ή κακώς δε θα το κρίνω εγώ-, πως αν τον εγκατέλειπε θα τον άφηνε και η μνήμη. και χωρίς τη μνήμη θα τον άφηνε και η αίσθηση.
και έτσι έμενε εκεί μετέωρος. ούτε μπροστά ούτε πίσω.
λες και μπόρεσε να βγει από το πριν και δεν τολμά να βουτήξει στο τώρα.

Γιατί άραγε;
μάλλον δε θέλει να κάνει το επόμενο βήμα. δεν μπορεί να συμβιβαστεί με κάτι τέτοιο. πώς δεν μπορούμε να δεχτούμε το θάνατο ενός δικού μας ανθρώπου, έτσι και αυτός έχει πεισμώσει σαν μικρό παιδί...

σηκώθηκε το απόγευμα και ζωγράφιζε με την κόρη του.


Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008

όπως, όταν ήμουν έφηβος...

Πίνω κάπου το καφέ μου, ταξιδεύω ήσυχα ήσυχα την ανίατη ανία μου και οσονούπω άνοια μου...

Το βλέμμα μου συναντιέται με τετράδιο μαθήτριας σε διπλανό τραπέζι.

Μια σειρά από ρήματα και στη μέση φαρδιά πλατιά καλλιγραφημένη η λέξη εφηβεία.

Τα ρήματα πηγαίνουν βόλτες στο χαρτί κάπως έτσι:
Νιώθω, αγαπώ, θέλω, πληγώνω, ερωτεύομαι, σκέφτομαι, παρασύρομαι, βρίζω, πληγώνομαι, διεκδικώ, ελπίζω, ψάχνομαι, νιώθω, ρωτώ, απελπίζομαι, μαλώνω, κλαίω....

Οι λέξεις ταξιδεύουν είκοσι χρόνια μετά και συναντούν εμένα...

Δε σκέφτομαι λοιπόν και γράφω:

Νιώθω. Δε θέλω να νιώθω. όποτε ένιωσα, πόνεσα.

Αγαπώ. Τον εαυτό μου και κανέναν άλλον.

Θέλω. Περισσότερα χρήματα -έχω πολλές ανάγκες.

Πληγώνω. Πρώτα εμένα και μετά όλους τους άλλους που ενδιαφέρονται για μένα. έχω εθιστεί σ' αυτό, μου είναι ανάγκη σαν τη νικοτίνη.

Ερωτεύομαι. Είμαι πάντα ερωτευμένος με αυτό που ήθελα και δεν κατάφερα ποτέ να γίνω.
Πάνω από όλα όμως ερωτεύομαι παθολογικά την αίσθηση ότι είμαι ερωτευμένος.

Παρασύρομαι. Όταν πίνω παρασύρομαι. Τότε λέω αλήθειες. Πρέπει να κόψω το αλκοολίκι. Με βγάζει από το ψέμα μου.

Βρίζω. Τους πάντες. την άμοιρη μοίρα μου πρώτα από όλα.

Πληγώνομαι. όταν βλέπω στο καθρέφτη το θολό βλέμμα μου. όταν βλέπω ότι αγάπησα λάθος ανθρώπους.

Ανησυχώ. όταν βλέπω ότι κάποιοι (ευτυχώς όλο και λιγότεροι) πιστεύουν ακόμη σε μένα.

Διεκδικώ. Περισσότερα χρήματα. Μετά θα (εξ)αγοράσω όλες τις διεκδικήσεις μου.

Ελπίζω. ωραία λέξη η ελπίδα...μπορώ να μιλάω ώρες για αυτήν.


Κλαίω. Οι άντρες δε κλαίνε μωρέ. μόνο καμιά φορά δακρύζουν. τα δόντια σφίγγουνε μετά, τη μάχη ξαναρχίζουν. καλό αυτό, έχει την αίσθηση του έπους, μ' άρεσε.

Απελπίζομαι. όταν σκέφτομαι.

Σκέφτομαι. το αποφεύγω, για να μην απελπίζομαι.

Σταματώ να γράφω. Πάω για τσιγάρα.

Δυο τρεις συγκυρίες άνευ ουσίας, πάω σε άλλο περίπτερο απ' το συνηθισμένο.

Χωρίς να το καταλάβω μπαίνω σε μονόδρομο που στην εφηβεία μου ήταν διπλής κατεύθυνσης...σμπάουγκκκκ! στουκάρω το αυτοκίνητο σε αμάξι εμβρόντητου συνομηλίκου. που είναι το μυαλό μου; που τρέχει το μυαλό μου; πρέπει να βρούνε όργανο για να μετράνε τις μεθυσμένες σκέψεις. συνεννοήσεις και ασφαλιστικές μεσολαβήσεις.

υπολογίζω 800 ευρώ ζημιά.

θα το κρύψω από τους δικούς μου για να μη στεναχωρηθούν. όπως, όταν ήμουν έφηβος...

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

άρωμα στο μπράτσο



είναι κι αυτή μια άχαρη στιγμή χαμένη στο μεταίχμιο
είναι κι αυτή μια άδεια νύχτα
και έτσι πάλι
το μόνο που ονειρεύομαι
για το μόνο που υπάρχω
το μόνο που θέλω να αναπνεύσω
είναι το άρωμα σου στο μπράτσο μου
όπως γλυκά μπερδεύτηκε κάποτε με το δικό μου

θέλω η μνήμη να γίνει αίσθηση
δεν την μπορώ άλλο τη μνήμη, δεν την αντέχω

και επειδή τίποτα απ' αυτά δε γίνεται
μένω μόνος να κοιτώ τις μέρες να κυλούν άδειες και μονότονες

Μόνο μια ξαφνική μπόρα τώρα κλαίει το χαμένο καλοκαίρι
Μια ξαφνική συνάντηση κάποτε
Μια μόνιμη μπόρα τώρα
εγώ όμως αγαπάω τη βροχή πάντα

νά βλεπα τα μάτια σου -μια φορά ακόμα-

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

Back in business

Θέλεις να μάθεις κάτι καινούργιο;
Σιγά, σιγά συνέρχομαι...
Απίστευτο ε;
Και όμως...
Ο πόθος και η αγωνία μου, η πτώση μου μαραίνονται -βοηθάει το καλοκαίρι που είναι άνυδρο, τα φύλλα τους πέφτουν ένα ένα.

Αποκαθίστανται τα τετράγωνα στο μυαλό μου.
Η ανάσα μου -το νιώθω- δεν είναι τόσο σπασμένη πλέον.

Έχω κλείσει και ραντεβού με τους διευθυντές μου στο γραφείο τους -το κύρος και την αξιοπιστία μου.
Είναι έτοιμοι να συγχωρέσουν τον πιο πιστό υπάλληλό τους...
Την επόμενη φορά όμως θα είναι αμείλικτοι
Μία και μοναδική προειδοποίηση δίνουν.

Φεύγω με κατεβασμένο κεφάλι...
Στο διάδρομο χειροκροτήματα γελούν την επιστροφή μου, ψιθυρίζουν μεταξύ τους...
-ακόμα ένας που νόμιζε ότι το φεγγάρι είναι δικό του και έφαγε τα μούτρα του!

Χαμογελάω και χαιρετώ τους παλιούς λύκους φίλους -την υποκρισία και τη συνήθεια.

Back in business λοιπόν...
Το χώρο τον ξέρω καλά.
Είμαι έτοιμος να δώσω μια νέα παράσταση, όπως τότε, όπως πάντα!
Συνταγή; Η δοκιμασμένη.
Λίγη επανάληψη με αρκετά loop, 5,6 λέξεις πυροτεχνήματα με περίεργη λαμψη, μερικές θεατρικές κινήσεις...
Ποιος (τολμά) να έχει απορίες;

Είμαι έτοιμος λοιπόν...

Αλλά γιατί είμαι τόσο θλιμμένος;

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

Κάποτε ήμασταν ηλιοβασίλεμα -μετά ήρθε η νύχτα

ένα τραγούδι λέω μόνο, ένα τραγούδι

ένα τραγούδι λέω μόνο, ένα τραγούδι
κουράζω τις λέξεις, τις ξεθεώνω
απελπισμένες στενάζουν αφήνουν την εμμονή μου

δε με θέλουν άλλο οι λέξεις, δε με θέλουν
βαριούνται να σφυρίζουν τον ίδιο σκοπό
ψάχνουν νέους μεθυσμένους ουρανούς

μόνο μου μ' αφήνουν μόνο μου
να ουρλιάζω απόκοσμα τη σιωπή μου

έμεινα χωρίς λέξεις, χωρίς ελπίδα
στην έρημο της καυτής ασφάλτου
είμαι έτοιμος να δικαστώ

μείνετε λίγο ακόμα, λίγο ακόμα
βοηθήστε με για τελευταία φορά

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

δυο μήνες τώρα κρύβεται


Ξαφνικά
αλκοολική ιχνηλασία σε κορμί αμέριμνο, αθώο
τρομοκράτησε με χρώματα αγγίγματα ανάσες τον καθώς πρέπει κόσμο.
Κρύβεται σε όνειρα, πηδά σε σύννεφα σε ουρανούς, ελπίζει να γλυτώσει
δυο μήνες τώρα κρύβεται, δυο μήνες τώρα τρέχει
θα ζήσει άραγε, δε έχει καμιά ελπίδα

τσακισμένη, βρώμικη τόσο κολασμένη
απόκληρη αναζητά δυο σώματα, δυο βλέμματα, δύο σπασμένες ανάσες

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

το σφυρί μου θα είναι φτιαγμένο από αίμα και πόνο

Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν κάθε μέρα 1000 αιτίες για να αυτοκτονήσουν και 1001 για να συνεχίσουν την ζωή τους.

Αλήθεια, τι είναι αυτό που μας συντηρεί στην ζωή; η ελπίδα, η συνήθεια ή ο φόβος;
ίσως και το όνειρο...ναι το όνειρο είναι ένας σημαντικός λόγος συνέχισης της ζωής, αρκεί να μην την αντικαθιστά, οπότε γίνεται μια χυδαία υπεκφυγή, ένας δειλός και τρομαγμένος αναχωρητισμός.

Μιλάω εκ πείρας.

Γιατί άραγε ζω;

Για να φοβάμαι την ύπαρξη και να κλείνομαι μέσα σε εσωτερικούς μονολόγους υποστασιοποιώντας την ανυπαρξία με περίεργες, απρόβλεπτες προσωποποιήσεις, συνεκδοχές και μεταφορές; Αυτό δεν είναι ζωή, αυτό είναι ένα παιχνίδι λέξεων, οι λέξεις δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την ζωή. Αρέσκομαι να ζω και να χάνομαι μέσα σε λεκτικές δίνες αλλά αυτές δεν είναι η ζωή μου.

Γιατί άραγε ζω;

Ζω για να βλέπω που με οδηγούν οι αδυναμίες μου. δεν μπορώ να τις ξεπεράσω, δεν έχω άλλο κουράγιο. έχω ηττηθεί κατά κράτος.

όταν ήμουν άμοιρος νέος, νόμιζα ότι οι δρόμοι μου, κόντρα στα «πρέπει» και τα «χρειάζεται» και «είναι απαραίτητο» στο τέλος θα δικαιώνονταν. Δε δικαιώθηκαν. Αποδεικνύεται μέρα με τη μέρα ότι ήταν λανθασμένοι -ένας λαβύρινθος χωρίς έξοδο.

Κάθε μέρα βλέπω τις συνέπειες και φυσικά δεν μπορώ να κάνω τίποτα. κάθε μέρα βλέπω πως ό,τι πίστεψα, ό,τι έκανα ήταν μάταιο, ατελέσφορο. Η κάθε μέρα μού δείχνει τα λάθη μου. Λες και γι' αυτό υπάρχει ο χρόνος. για να γελά μαζί μου. δεν ντρέπομαι. πιο πολύ γελάω εγώ.

Γιατί ζω;

Ζω με την ελπίδα ότι κάποια μέρα όλοι και όλα θα αλλάξουν, «θα διαλυθούμε στη θάλασσα», θα αφεθούμε στο πιο τέλειο ηλιοβασίλεμα, θα έχουμε το δικό μας ουρανό;

Δεν υπάρχει φως για μας. -μόνο νύχτα-

Ποτέ δεν αλλάζει τίποτα. δεν ήμαστε δυστυχώς παιδιά. Ας πούμε για μία γαμημένη φορά την αλήθεια στον εαυτό μας. τέτοιες συμβουλές σε άλλους. όχι σε μας.

Σαν λέμε δηλαδή ότι σε όλα αυτά που θέλησες, σε όλα αυτά που φαντάστηκες δεν βγήκε ούτε ένα. Και τώρα χάσκεις, βγήκες από τη νάρκωση και λες «μα τι έγινε;»

Γιατί ζω;

Η ματαίωση, η απογοήτευση, η διάψευση, ο συμβιβασμός, το ψέμα κάθε μέρα μου κάνουν παρέα, τρέφονται από τις σάρκες μου, με αγκαλιάζουν τόσο σφικτά, χάνομαι, δεν μπορώ να πάρω ανάσα...

ζω;

δεν έχω όραμα, το έχασα κάπου στο δρόμο. δεν έχω ελπίδα. μου τελείωσε σαν τσιγάρο και μ' άφησε πικρή γεύση...

και σιγά - σιγά...

τα όνειρά μου περιορίζονται σ' ένα πιο μεγάλο αυτοκίνητο, σ' ένα πιο ωραίο σπίτι.
Γελάω, -αν και δεν είναι αστείο.

ΖΩ
όταν κάνω μάθημα.
ΖΩ
όταν βλέπω το χαμόγελο της κόρης μου.
ΖΩ
όταν...

Ζω + χρονικο-υποθετική.
Άρα δε ζω πάντα. τον περισσότερο καιρό είμαι νεκρός. Δεν το λέω εγώ, δε μεμψιμοιρώ. Η Γραμματική το λέει.


ΖΩ
από συνήθεια, για να βλέπω τις μέρες να με παρασύρουν, για να βλέπω τα χρόνια να κυλούν χωρίς να είμαι μέσα.

ΖΩ
για να παρατηρώ το -σταγόνα σταγόνα- ξεπεσμό μου

ΖΩ
για να με βλέπω να γίνομαι ο πιο καλός ο Μιθριδάτης

ΖΩ
για να με βλέπω να φιλάω κατουρημένες ποδιές

Ζω
για να βλέπω τους άλλους να γίνονται πετυχημένοι με το τίποτά τους, την ανυπαρξία τους που έγινε ύπαρξή τους -και αυτό δεν είναι καθόλου αστείο.


ΖΩ για να με δω μια μέρα...
ΖΩ για να με δω μια μέρα...


Να τα παίρνω στο κρανίο, να φουσκώνουν οι φλέβες στο λαιμό μου...
Να παίρνω ένα μεταφορικό σφυρί... (αυτολογοκρίνομαι)
και να συνθλίβω κομμάτι κομμάτι αυτό το ψέμα, αυτήν την απάτη, αυτόν τον εφιάλτη

το σφυρί μου θα είναι φτιαγμένο από αίμα και πόνο
από αλήθεια και φόβο
ένα αέρινο σφυρί θα τα τσακίσει όλα...

Τα θραύσματα θα πετάγονται στον αέρα, τα μάτια μου θα γυαλίζουν, θα νιώθω μια μοναδική χαρά, μια τρέλα, έναν ανείπωτο ενθουσιασμό.

Τότε θα βρω τον εαυτό μου, θα ανασάνω ξανά
Και τότε μόνο θα καταλάβω, και τότε μόνο θα δω ότι και άλλοι κρατούν σφυριά και άλλοι τα σπάνε όλα και άλλοι με χαρά τσακίζουν το ψέμα τους.

Και τότε δε θα ήμαστε μόνοι...

Και τότε αλίμονό τους...


Και τότε μόνο θα διαλυθούμε στη θάλασσα, και τότε μόνο θα λουστούμε στο φως του φεγγαριού...
Και τότε πάλι θα αγαπηθούμε...

Ως τότε όμως...Καθόλου φως -μόνο νύχτα

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

τυχερέ σκατζόχοιρε


το μόνο που έμεινε να κάνω είναι να σκέφτομαι τα δευτερόλεπτα ευτυχίας μαζί σου...
να τα απλώνω και να τα κάνω στιγμές αιώνες, να κλείνομαι μέσα στη διάρκειά τους, να περικυκλώνομαι από την μυρωδιά τους.

σα γυαλιστερά βότσαλα τα βλέπω, παίρνουν διαφορετικές αποχρώσεις από το φως του ήλιου. είμαι ο συλλέκτης τους.
τα βγάζω, τα ξεσκονίζω, τα τακτοποιώ, κάποιες άλλες φορές τ' αλλάζω σειρά...

-εσύ τι έκανες παιδί μου στη ζωή σου;
-έζησα κάποια δευτερόλεπτα...
-και στον υπόλοιπο χρόνο σου τι έκανες;
-νοσταλγούσα αυτά τα δευτερόλεπτα

μη νομίζεις ότι είναι κάτι εύκολο. Απρόοπτοι και προοπτικοί παράγοντες κάνουν τα πάντα να με ξεκολλήσουν από αυτά, να με συνεφέρουν...Εγώ πάντως επιμένω!

Όμως και αυτά τα δευτερόλεπτα είναι θολά και ασπρόμαυρα, ξεφτίζουν, μεταμορφώνονται σε διαλυμένες σκιές σε σημείο να αναρωτιέμαι μερικές φορές αν τα έζησα ή αν όλα τα έβγαλα από τη φαντασία μου.


το εξωφρενικό είναι πως οτιδήποτε μπορεί να ενεργοποιήσει τη μνήμη (κύριο όνομα των θλίψεων)

Σήμερα ας πούμε, οδηγώντας...

ξαφνικά από το πουθενά ένα μικρό σκατζοχοιράκι στη μέση της εθνικής, βαθιά ανάσα από τη μύτη, όπως πριν από μακροβούτι, να περάσω τέλεια από πάνω του το αυτοκίνητο χωρίς να το σκοτώσω...

Τα κατάφερα

και αμέσως μετά η μνήμη οδηγεί στο πρώτο φιλί, τη ξαφνιασμένη μου βαθιά ανάσα που ακολούθησε.

την πιο ωραία μου ανάσα, τον πιο ξέφρενο αναστεναγμό

Σου είπα πως ο δικός μας χώρος είναι το όνειρο, μα ποιος αντέχει να ζει μόνο με όνειρα; ποιος;

Κατά την προσφιλή μου συνήθεια, ανάβω το τελευταίο μου τσιγάρο...
και εδώ βαθιά ανάσα

πονάει, είπα στο φίλο μου, πονάει πολύ, και αυτός είπε το ξέρω

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

ανάλαφρος ίλιγγος

ανάλαφρος ίλιγγος
αργή ανάσα
πτώματα σκέψεων
εμμονές και τύψεις
τι καλοκαίρι θεέ μου...
γιατί δε με λυπάμαι και με βασανίζω;
αύρα από ελπίδες τρύπιες σκοτωμένες
γιατί δε μιλάμε, γιατί δε μιλάμε;
μα ποτέ δε μιλήσαμε και αυτό τώρα δεν αλλάζει
ίσως νάναι καλύτερα έτσι

κοριτσίστικη γλυκιά φωνούλα που επιβάλλεται
ομορφιά κερασιού, ανάσα ωκεανού


7000 ποτά σε επαρχιακό ξενυχτάδικο κάνουν καμάκι 7000 ξανθιές
για να ξεχάσουν 7000 ρεαλιστικά όχι. Δεν τα καταφέρνουν.
μία ανάμνηση απορροφημένη από κάθε εγκεφαλικό κύτταρο, από κάθε γαμημένη ίνα, από κάθε πόρο του σώματός μου

γιατί έγινε αυτό;
γιατί έγινε αυτό;
γιατί έγιναν έτσι;
πόσο ακόμα θα ρωτάω;

εσύ κι ο εαυτός σου



Γιατί σε κοιτάω έτσι;
Γιατί δε σε γνωρίζω;
πότε τά 'φτιαξα εγώ μ' αυτές τις σιχαμένες ρυτίδες;
Γιατί το βλέμμα είναι θολό και φοβισμένο;
Ποιος είναι αυτός ο λυγισμένος ξένος; τι σχέση έχω εγώ μαζί του; δεν τον ξέρω, σίγουρα είναι παιχνίδι του καθρέφτη...
δεν είμαι εγώ αυτός, δεν είμαι, είμαι βέβαιος, δεν μπορεί να είμαι
Και τι θέλει τότε μπροστά μου, γιατί κινείται όπως εγώ; τι ψέμα θέ μου πάλι και τούτο, τι εφιάλτης ζοφερός;

ένα μεσήλικα βλέπω, λίγο κουρασμένο, λίγο αλλοπαρμένο, ένα τσάκισμα, μια ελεημοσύνη, σίγουρα μια καταδίκη

ναι θα τού βαζα μια στολή βαρυποινίτη, θα τον άφηνα να κλαίει, να βογκάει, να λιώνει μέρα με την μέρα, σταλιά με τη σταλιά
ένα ιδρωμένο καλοκαίρο η ζωή του, μια φθηνή παραζάλη, μια βρώμικη ανάσα

Εκεί θα τ' άφηνα το σκουλήκι να σέρνεται να λιώνει, τόσα χρόνια ψέμα και ανημποριά, αδυναμία και μισόλογα
μια ζωή ένα ξεσχισμένο τίποτα, μια φωτοβολίδα, ένα βεγγαλικό,
ένας ακαμάτης έρωτας ανήμπορος βρωμιάρης

Αυτόν βλέπω μπροστά μου...
και μου χαμογελάει και μου γνέφει και μου λέει έλα
έλα κοντά μου, έλα σε σένα, έλα στη ζωή σου, έλα στο ναό σου

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

μόνο γλυκά θέλω να κλείσω τα μάτια

λευκό παράδοξο άλογο με δυο πινελιές αίμα στη ράχη
κοιτάει κουρασμένο την ολονυκτία της δοξασίας.

Ο θάνατος κατρακυλά στο γρασίδι της απελπισίας
όποιον πάρει ο χάρος και όποιον καλέσει ο γαμπριάτικος χορός σε αόριστο χώρο

η αδυναμία συνάμενη κουνάμενη πουλάει φθηνό έρωτα στο αισιόδοξο καράβι της επιστροφής

δυο φώτα θαμπά κατεβαίνουν χάνονται -δεν περιμένουν τον τρύπιο ήχο

είμαι ο βασιλιάς της ζέστης γυμνός και αποσβολωμένος. Κουράστηκα να ονειρεύομαι, θέλω λίγο αλήθεια.

γράμματα χαμένα στο σκοτάδι, αλλοπαρμένα στα σύννεφα της τσικνισμένης μικρότητας

δεν είμαι εγώ αυτός, δεν είμαι εγώ και δεν μπορώ ν' αλλάξω

δεν προσπαθώ, με δέχομαι έτσι, με δέχομαι κι αλλιώς, με δέχομαι όπου να' ναι όπως να' ναι

ένα νανούρισμα θέλω να ακούσω και μετά σιωπή

σωπάστε με τις μίζες και τα τσιράκια σας
σωπάστε με τις αιμομιξίες και τους βιασμούς σας
σωπάστε με τους δείκτες και τα πετρέλαιά σας
αετονύχιδες καταφερτζίδες έρχεται η ώρα σας
μην πείτε ούτε μια κουβέντα

δεν περιμένω τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, δεν πονάω καθόλου

μόνο γλυκά θέλω να κλείσω τα μάτια

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2008

7000 σκέψεις αυτοκτονούν γενναία

7 του μηνός
7000 σκέψεις, λυσσασμένες από το ψέμα
μαζεύτηκαν γύρω από ένα κρύο ψοφίμι φωτιάς και γιόρταζαν τον οσονούπω θάνατό τους.

Μία μία έκανε το σταυρό της
και πηδούσε στην κόκκινη φλέβα


ήταν φθηνές και πρόστυχες τόσο τιποτένιες

Δεν ήταν σκέψεις, ήταν όνειρα κόντρα στο φως του τώρα

Δεν ήταν όνειρα, ήταν σκισμένες κατεβασμένες σημαίες
σμπαράλια και μπαλώματα, ψίθυροι αναστεναγμοί
δρόμος στο σκοτάδι της ημέρας

ήταν φθηνές και πρόστυχες τόσο τιποτένιες

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

ναι την είδα

την είδα να μ' αγκαλιάζει να με φιλάει, να με προσέχει να μ' αγαπάει
την είδα να μη φοβάται, να μην ντρέπεται
την είδα δίπλα μου να χαμογελάει...

ναι την είδα
ναι την είδα

εκεί που είναι βασίλισσά μου, νεράιδα, ολότελα δικιά μου
ναι την είδα εκεί στον βράχο, μαζί με άλλους, να μαστε μαζί
χωρίς σκέψεις, χωρίς φόβους, χωρίς κανένα άτιμο γιατί

ναι την είδα
ναι την είδα
ήταν πράγματι αλήθεια υπαρκτή

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

Τρόικα

Η τρόικα της ζωής μου συμπληρώθηκε
οι ματιές θα διασταυρωθούν αργά η γρήγορα
το τράνταγμα στην καρδιά παραμονεύει την ιδιοτροπία της τύχης
Η ανάσα θα γίνει βαριά, το βλέμμα θα αφεθεί στην έκσταση της ανάμνησης
Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, τρία στίγματα που για πρώτη φορά ευθυγραμμίζονται και περιμένουν από μένα ή μάλλον εγώ απ' αυτά.

Είναι καλοκαίρι -δύσκολη εποχή για τρίγωνα- μακάρι να περνούσε με μια ανάσα.
Το φθινόπωρο είναι πιο ποιητικό, σου γεμίζει νοσταλγίες.
Θα περιμένω το φθινόπωρο. Την ώρα που θα πέφτουν τα φύλλα, εγώ θα κάνω χαρταετό τα αισθήματά μου και θα τα κάψω στον ήλιο.

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008

Το φεγγάρι (που το κοιτώ κι εγώ κι εσύ)

Βλέπω το φεγγάρι να φιλάει τη μικρή μου πόλη, σκύβοντας λιγάκι από το παραθύρι του...
χλωμό και κίτρινο, με μερικές πινελιές σύννεφων να το τεμαχίζουν.
Δεν κέντρισε ποτέ το ρομαντισμό μου, δε μ' έκανε ποτέ να νιώσω κάπως.

Το πώς νικάει τη νύχτα στην περιοχή του αυτό πάντοτε με τραβούσε, πώς νερώνει το σκοτάδι δίνοντας μια σπουδαία, απερίγραπτη θαλασσιά απόχρωση.
Η νύχτα, κυρίαρχη δέχεται μεγαλοπρεπώς την ήττα της τις μέρες της πανσέληνου.
Ξέρει καλά η νύχτα το παροδικό του φεγγαριού και δε τη νοιάζει. Ξέρει καλά ότι αυτή είναι η ζωή μας,
μια νύχτα με μερικές σταγόνες φωτός.

όλοι μας διάολε, το μόνο που θέλουμε είναι σκοτάδι. Καθόλου φως. Μόνο νύχτα.

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

Χωρίς τίτλο

Τόσος πόνος για το τίποτα.
τόση ελπίδα χαμένη, τόσα όνειρα σφαγιασμένα.
τόση πραγματικότητα στην πιο ζεστή και ανυπόφορη εποχή.
τόση θαμμένη αθωότητα.
και τότε είπες εσύ, μα εγώ ποτέ δεν σε άκουγα
άκουγα το πουλί, τον αγέρα, των σωθικών μου το σπάσιμο, τη βρώμική μου ανάσα

υπέροχο τίποτα με κυριεύει
κρυμμένες σκιές φευγαλέα μπροστά από τα μάτια μου
μισοκαμμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες καδραρισμένες στο κενό
η πτώση μου, το άλλοθι μου, η αποπομπή μου
όλα μέσα μου, όλα δικά μου

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

Για τον τοίχο του LIFO 2

Το ύφος όμως είναι το παν...
Αμέσως ψαρώνει τις έχων την αίσθηση της ιδιοκτησίας και απαντά σε ανάλογο ύφος...

«Δε τοιχοκολείς την αφίσα,είσαι η αφίσα,είσαι η αφίσα που ο ήλιος ο ανηλεής θα τής μαράνει τα χρώματα,η βροχή θα τής ξεπλύνει τη διακήρυξη που στραγγιγμένη θα κείτεται στο ρείθρο ξέπνοη.Ολο σου το πρόγραμμα θα στο ρουφήξει ο σκοτεινός αέρας τής νύχτας στη μάταιη του προσπάθεια να ξανάψει το τσίγαρο που σβήνει η αιώνια πονεμένη αμφιταλάντευσή σου./και μιά συμβουλη:η Λιφο δε προσφέρεται για φιλόδοξες τοιχοκολήσεις,θα σου τίς μαγαρίσουν τα βαμπιρ με το πρώτο τους καλημέρα στη βαθειά τους νύχτα.»

Ωραίος ο τύπος όσον αφορά το νεορομαντισμό του, την πλάκα του κάνει και αυτός...

Τι να κάνω και εγώ...το συνέχισα για την τιμή του των όπλων, αν και ήταν πολύ περασμένη η ώρα...

«Άδικο δεν έχεις. Μια αφίσα ήθελα να ήμουν. Μικρή, ασπρόμαυρη, φοιτητική, γεμάτη νεύρο και ένταση, ένα κάλεσμα, μια πρόκληση, ένα κάτι. Να ελπίζω σ' ένα βλέμμα των περαστικών, να στιγγλίζω τη φθηνή πραμάτεια μου και να ζηλεύω τους εραστές που δίπλα μου οι τυχεροί πήρανε το ξαφνικό φιλί. Και όταν κιτρινίσω και σχιστώ, όταν κουρέλι γίνω, δε θα πονώ δε θα κλαφτώ...μια αφίσα ήμουν.

Σ' ευχαριστώ για τη συμβουλή: ο Τοίχος δεν προσφέρεται γαι ασκήσεις ύφους της πλάκας, ειδικά όταν ο ένας σ' αυτά είναι ο Bolek, εγώ, χωρίς να σημαίνει βέβαια ότι εσύ είσαι ο lolek»

Και έτσι πέρασε και αυτό το Σάββατο. Από το τίποτα κάτι δεν είναι και αυτό;

Για τον τοίχο του LIFO

έγραψα πριν από λίγο αυτή την μπούρδα στον τοίχο του Lifo...

τυχαίο γεγονός που μεταμορφώθηκε σε ατυχή συγκυρία με οδήγησε στον τοίχο του lifo για να οικτίρω την τύχη μου την πλανεύτρα που ό,τι νάναι κάνει. Τοιχοκολλώ και εγώ την αφίσα της απόγνωσής μου λες και κάνω πολιτική δήλωση. Δεσμεύομαι για το τίποτα, είμαι ανυποχώρητος στο πιθανόν και εγγυώμαι προσωπικά την αμφιταλάντευση. Συνταχθείτε μαζί μου, εσείς οι καταραμένοι τυχάρπαστοι που βλέπετε κάθε μέρα την ζωή σας να καταρρέει και δε μαζεύετε τα κομμάτια σας από εθισμό στον πόνο.

Η μαλακία σύννεφο δηλαδή...συννεφούλα, συννεφούλα
Ρε πούστη μου ο τρόπος που γράφω τελευταία μου θυμίζει Δημουλά...
Τίποτα δεν πρέπει να κοροϊδεύεις...όλα στο κεφάλι σου έρχονται!

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2008

5 ώρες στον Παράδεισο, μια εποχή στην κόλαση

5 ώρες στον παράδεισο, βασανιστική εμμονή, σφαίρα στην καρδιά

χαμένο όνειρο τσακισμένου ανθρώπου

Επιμένω, βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι.

5 ώρες στον παράδεισο με πληρωμή μια εποχή στην κόλαση

χάνομαι, κομματιάζομαι, κολλάω.

Τελικά τι έγινε;

τα όνειρα έχουν θέση μόνο στη φαντασία...

Τώρα που φευγαλέα και κρυφά έζησα το ανέφικτο

καταλαβαίνω πικρά (ξεπερνώντας σταλιά, γαμημένη σταλιά τον εγωισμό και την επιθυμία) ότι όλα ήταν τελειωμένα πριν καν ξεκινήσουν και το όνειρο περικυκλώνεται από την πουτάνα και σώφρων πραγματικότητα- σκάει σαν σαπουνόφουσκα.


Πόνος, ανελέητος και φαρμακερός

χτύπησε με με όλη σου τη δύναμη, με όλο σου το μίσος
δεν ξέρω αν θα αντέξω
υπερασπίζομαι το δικαίωμα να σε νιώθω

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Λήθη

Είσαι ο άνθρωπος της λήθης, του θυμού, της μικροπρέπειας.
Το γράφω αυτό για να θυμάσαι και να προσπαθείς να αλλάξεις.
Αυτές οι περιστάσεις όμως σε κρατούν πάντα μικρό και ανούσιο, κι ας γεννήθηκες εσύ για κάποιο άλλο «τώρα».

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Μετά από 9 μήνες...

Μετά από 9 μήνες λοιπόν...

Χωρίς να αλλάξει τίποτα από τότε που ξεκίνησα...
Το ίδιο διαλυμένος, το ίδιο πονεμένος, το ίδιο εύθραυστος και αμφίδρομος.
Το τέλος οδήγησε στην αρχή και πάλι από την αρχή τα ίδια!
Αλλά η καρδιά μου πονάει πολύ, ο πόνος με αδράχνει τη ψυχή.
Εκείνος ο πόνος, εκείνος ο τρόμος, όπως όταν μαθεύτηκε ένα μεγάλο ψέμα σου που είχες στηρίξει σε αυτό υψηλές προσδοκίες, όπως όταν έκλεψες για πρώτη φορά και σε έπιασαν.
Ο φόβος έχει κυριέψει την ζωή μου, τη κάθε μου ανάσα.

Αυτό που μ' εκνευρίζει πιο πολύ είναι το ότι όταν για μια και μόνο φορά ξεπέρασα το φόβο μου και πήρα ένα ρίσκο, αυτός ο άτιμος δε με ξέχασε. Και νάτος τώρα μπροστά μου μεγαλοπρεπής και πανίσχυρος.
Ο Φόβος λοιπόν.
Θα δούμε.
Κάνω τους τελευταίους ελιγμούς, μπας και γλιτώσω το χτύπημα στον τοίχο.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2007

«τοφρά δ' αλεξόμενοι μένομεν πλέονάς περ ἐόντας»